in ,

Γράφει η Δανάη Διαμαντοπούλου, Ψυχολόγος MSc.

Τι είναι o Τραυλισμός;

Με τον όρο Τραυλισμό, εννοούμε μια διαταραχή στη ροή και το ρυθμό της ομιλίας, η οποία χαρακτηρίζεται από επαναλήψεις, επιμηκύνσεις και κολλήματα. Το άτομο γνωρίζει ακριβώς τι θέλει να πει αλλά δεν είναι σε θέση να το πει εξαιτίας μια ακούσιας επιμήκυνσης ή παύσης ενός φθόγγου. Ο Τραυλισμός συγκαταλέγεται στις νευρωτικές διαταραχές του λόγου και της ομιλίας και εκδηλώνεται με ασυντόνιστες κινήσεις του μυϊκού συστήματος της αναπνοής, της φωνής και της άρθρωσης. Η διαταραχή μπορεί να  συμβαίνει στην αρχή ή στο μέσο του λόγου είτε με επαναλήψεις μεμονωμένων φθόγγων, συλλαβών, λέξεων π.χ. χα χα-χαρούμενος είτε με ένα επίμονο κόμπιασμα σε ένα φθόγγο π.χ. χ…χαρούμενος

Τα πρώτα συμπτώματα τραυλισμού κάνουν την εμφάνιση τους στην ηλικία 2-2,5 χρόνων, χωρίς ωστόσο να είναι σπάνιο παιδιά μεγαλύτερη ηλικίας να ξεκινούν να τραυλίζουν. Για όλα σχεδόν τα παιδιά που ξεκινούν να τραυλίζουν έχει προηγηθεί μια περίοδος ομιλίας χωρίς τραυλισμό και η έναρξη μπορεί να είναι απότομη ή σταδιακή. O Τραυλισμός θεωρητικά μπορεί να κάνει την εμφάνισή του σε οποιαδήποτε ηλικία στη ζωή ενός ατόμου και μπορεί να λάβει διάφορες μορφές όπως εξελικτικός τραυλισμός, τραυματικός τραυλισμός, υστερικός τραυλισμός, σπασμωδική δυσφωνία, cluttering και ψευδοβατταρισμός. Μέσα από έγκαιρη, άμεση και κατάλληλη αντιμετώπιση ο Τραυλισμός μπορεί να αποκατασταθεί πλήρως και να μην επανεμφανιστεί. Ιδιαίτερα, η πρώιμη παρέμβαση βοηθά ένα παιδί να μιλά με καλή ροή και η εμπειρία καλής ομιλίας μπορεί να επηρεάσει το αν θα εκδηλωθεί η νευρολογική προδιάθεση που μπορεί να υπάρχει για την ανάπτυξη του τραυλισμού.

Αιτιολογία του Τραυλισμού

Όσον αφορά την αιτιολογία του Τραυλισμού, η επικρατέστερη άποψη είναι ότι ο Τραυλισμός δεν έχει προκύψει από μια μοναδική αιτία, αλλά ως αποτέλεσμα πολλών συνυπαρχόντων παραγόντων. Αυτοί οι παράγοντες μπορεί να είναι γενετικοί, οργανικοί, γλωσσικοί, νευροβιολογικοί, ψυχολογικοί (π.χ.άγχος) και συμπεριφορικοί (π.χ. σε συγκεκριμένες περιστάσεις και σε συγκεκριμένες  λέξεις).

Άλλοι παράμετροι που εμπλέκονται στην αιτιολογία του Τραυλισμού είναι ο λόγος, η γλώσσα και η προσωπικότητα του ατόμου ενώ Τραυλισμό μπορούν να εμφανίσουν και ενήλικες μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, τραυματικό επεισόδιο.

Επιπολασμός του Τραυλισμού

Ο Τραυλισμός εμφανίζεται με συχνότητα 1,4% στο σύνολο του παιδικού πληθυσμού και με συχνότητα 1% στον γενικό πληθυσμό. Αν και στην προσχολική ηλικία η αναλογία αγοριών-κοριτσιών με τραυλισμό είναι 1:1, από την εφηβική ηλικία η αναλογία αυτή είναι 5:1 σε βάρος των αγοριών, δείχνοντας ότι ο τραυλισμός υποχωρεί συχνότερα στα κορίτσια.

Στις περισσότερες περιπτώσεις ο Τραυλισμός εμφανίζεται στις ηλικίες μεταξύ 18 μηνών και 12 ετών, με σημαντικά μεγαλύτερες πιθανότητες στις ηλικίες μεταξύ 2 και 5 ετών. Η έναρξη του Τραυλισμού είναι άλλοτε απότομη και άλλοτε σταδιακή. Συνήθως όμως η διαταραχή αυτή εδραιώνεται σταδιακά, ενώ συχνά υπάρχουν περίοδοι όπου η ομιλία είναι καλή.

Τι δεν είναι;

“Ο Τραυλισμός θα περάσει από μόνος του, μόλις το παιδί μεγαλώσει”

Τα παιδιά που δεν λαμβάνουν κάποια αντιμετώπιση για τον Τραυλισμό τους έχουν σημαντικά υψηλότερες πιθανότητες να εδραιώσουν ένα μόνιμο Τραυλισμό και στην ενήλικη ζωή.

“Η ταχύτητα ομιλίας των γονιών ευθύνεται για τον Τραυλισμό”

Οι γονείς δεν προκαλούν Τραυλισμό στο παιδί τους. Ωστόσο, ο τρόπος που αντιμετωπίζουν τον Τραυλισμό που μπορεί να εμφανίσουν το παιδί τους είναι καθοριστικός για την πορεία της διαταραχής.

“Το πρόσωπο που Τραυλίζει ευθύνεται για την ομιλία του”

Το άτομο που έχει Τραυλισμό μπορεί να περάσει περιόδους ύφεσης και έντασης. Επίσης, το άτομο μπορεί να χρειάζεται περισσότερο χρόνο να οργανώσει τη σκέψη του πριν μιλήσει. Δεν Τραυλίζει επίτηδες αλλά μεγαλώνοντας μπορεί να μάθει να ελέγχει ως ένα βαθμό τον Τραυλισμό του.

Ποια είναι τα σημάδια πως κάποιος πάσχει από Τραυλισμό;

Στη διαταραχή του Τραυλισμού παρατηρούνται εξωτερικά ή σωματικά συμπτώματα, όπως σωματικοί σπασμοί και συνοδευτικές κινήσεις και εσωτερικά ή ψυχικά συμπτώματα, όπως διαταραχή της κοινωνικής επαφής, η οποία οδηγεί σε απομόνωση.

Τα πρώτα συνήθη σημάδια είναι η επανάληψη μικρών λέξεων, όπως τα άρθρα και οι σύνδεσμοι (τη-τη-τη-τη-τη μπάλα θέλω) και η επανάληψη συλλαβής (δώ-δώ-δώ-δώσε μου τη μπάλα). Σπανιότερα εμφανίζονται η επιμήκυνση φθόγγων (θθθθθθθθθέλω να παίξουμε) ή κολλήματα (κ/κ/καλημέρα), συνήθως στο πρώτο γράμμα της λέξης. Άλλα συμπτώματα είναι η αντικατάσταση λέξεων (ώστε να αποφευχθεί η χρήση δύσκολων λέξεων), η αναβλητικότητα (κάθε φυσική ή φωνητική συμπεριφορά που σκοπεύει να καθυστερήσει την προσπάθεια για ένα φώνημα, συλλαβή ή λέξη), η επαναπροσπάθεια (η συμπεριφορά κατά την οποία το άτομο προσπαθεί να εκφέρει την φράση, δεν τα καταφέρνει, σταματά την προσπάθεια και ξαναξεκινά από την αρχή), η πλήρης αλλαγή λέξεων ή σκέψεων και η αποφυγή (μιας συγκεκριμένης λέξης έως πλήρη αποφυγή επικοινωνίας).

Η ένταση των συμπτωμάτων είναι ορισμένες φορές τόσο μεγάλη που το παιδί, πιέζοντας να βγάλει τη λέξη, κάνει μυϊκές συσπάσεις του στόματος, του προσώπου ή των ματιών. Τα συμπτώματα μπορεί να εξαφανίζονται για ένα διάστημα, δίνοντας την εντύπωση ότι η δυσκολία ξεπεράστηκε,  για να επανέλθουν μετά από κάποιο διάστημα στην ίδια ή με διαφορετική μορφή.Τέλος, το άτομο που τραυλίζει παρουσιάζει αρνητικά συναισθήματα και μπορεί να νιώθει ντροπή, φόβο, ενοχές και να έχει αρνητική αντίληψη για τον εαυτό του.

Πως αισθάνεται κάποιος που έχει Τραυλισμό;

Το άτομο που Τραυλίζει στην καθημερινή του επικοινωνία αντιμετωπίζει δυσκολίες καθώς παρότι μπορεί να επικοινωνήσει το αποφεύγει και αυτό τον οδηγεί σε μιας μορφής απομόνωση.Πολλές φορές θέλει να εκφραστεί, όμως το άγχος του τον κυριεύει και δυσκολεύει την κάθε προσπάθεια. Συχνά επαναλαμβάνει λέξεις ή μέρη λέξεων και επιμηκύνει συλλαβές. Του είναι πολύ δύσκολο να πεί συγκεκριμένες λέξεις και νιώθει ένταση όταν ξεκινά να μιλάει κάτι που μπορεί να  προκαλέσει και άλλα συμπτώματα όπως τρέμουλο, έντονο κλείσιμο ματιών, κούνημα/τίναγμα χεριών ή κεφαλής-γενικά μελών του σώματος, ένταση της φωνής, αύξηση ταχύτητας της ομιλίας και ένταση στη περιοχή του λαιμού. Το άτομο με τη διαταραχή του Τραυλισμού, αναλώνεται στα συμπτώματα του λόγου του και αυτό αναγκαστικά του προκαλεί στρες. Το στρες με τη σειρά του επιδεινώνει την ήδη υπάρχουσα δυσκολία στο λόγο, ανατροφοδοτώντας το άγχος που δημιουργείται. Τέλος, το άτομο  που Τραυλίζει αντιμετωπίζει δυσκολίες στο να ελέγχει και να χειρίζεται τη συμπεριφορά και τα συναισθήματα του σε σχέση με άλλους ανθρώπους.

Πως μπορώ να βοηθήσω τον εαυτό μου;

  • Μπορώ να κάνω εξάσκηση στο να μιλάω σιγά, καθώς έτσι περιορίζω το στρες που αυξάνει το τραύλισμα
  • Μπορώ να αντικαθιστώ λέξεις που μου προκαλούν τραύλισμα, με εναλλακτικές που χρησιμοποιώ πιο εύκολα
  • Μπορώ να εφαρμόζω ασκήσεις χαλάρωσης για να περιορίζω το άγχος και να έχω καλύτερη διαχείριση των συναισθημάτων
  • Να μιλάω περισσότερο και να μην αποφεύγω καταστάσεις

Πως μπορώ να βοηθήσω έναν δικό μου άνθρωπο που πάσχει από Τραυλισμό;

Πρωταρχικοί στόχοι πρέπει να είναι η βοήθεια του ατόμου με Τραυλισμό και ο περιορισμός του άγχους που μπορεί να νιώθει και που επιδεινώνει τα όποια συμπτώματα.

  1. Καλό είναι να μην ζητάμε από κάποιον με τραυλισμό να σταματήσει όταν μιλάει/ διαβάζει και να ξεκινήσει από την αρχή
  2. Μπορούμε να αντιδρούμε με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιπτώσεις ομιλίας και να δίνουμε προσοχή στο περιεχόμενο και όχι στον τρόπο ομιλίας
  3. Δεν χρειάζεται να πιέζουμε κάποιον με Τραυλισμό  να μιλήσει, ειδικά όταν εμφανίζει αυξημένη δυσκολία
  4. Δεν χρειάζεται να ασκούμε κριτική απέναντι στο άτομο με Τραυλισμό, ούτε να το διορθώνουμε
  5. Μπορούμε να μειώσουμε την ταχύτητα της ομιλίας ώστε να μειωθεί η επικοινωνιακή πίεση στο άτομο με Τραυλισμό.
  6. Μπορούμε να χρησιμοποιούμε επιβραβεύσεις ώστε να ενθαρρυνθούν οι ευχερείς στιγμές ομιλίας

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Ανδρέου, Σ. Α. (2010). Διαταραχές της ροής της ομιλίας: Λεμεσός: Στέλιος Ανδρέου.

Κάκουρος, Ε. Μανιαδάκη, Κ. (2006). Τραυλισμός. Η Φύση και η Αντιμετώπιση του στα Παιδιά και τους Εφήβους. Αθήνα: Τυπωθήτω.

Andrews, G. (1983). Stuttering: A review of research findings and theories circa 1982. Journal of Speech and Hearing Disorders, 48, 226-246.

Guitar, B. (1998). Stuttering: An Intergraded Approach to lts Nature and Treatment, 2nd ed. Baltimore: Williams & Wilkins.

Watkins, R. V. Yairi, E. & Ambrose, N. G. (1999). Early childhood stuttering III: Initial status of expressive language abilities. Journal of Speech, Language and Hearing Research, 42, 1125-1135.

What do you think?

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Ψtalk: “Μήπως προτιμώ να είμαι το θύμα σε έναν χωρισμό;”

Ψtalk: “Έχασα την εμπιστοσύνη προς τη φίλη μου”