in

Η θετική πλευρά της αναβλητικότητας


Η αναβλητικότητα είναι μια συμπεριφορά που απασχολεί και επηρεάζει αρκετά τον άνθρωπο. Την βλέπουμε να εκδηλώνεται με κοινό τρόπο παγκοσμίως, ενώ είναι αρκετά συνήθης στους ενήλικες και ιδίως σε φοιτητές πανεπιστημίων. Ως αναβλητικότητα ορίζεται η έλλειψη αυτορρύθμισης κατά την διαχείριση κάποιας κατάστασης και η τάση επιβολής υποχρεώσεων που έχουν κάποιο είδος προθεσμίας (Knaus, 2000). Για να θεωρηθεί κανείς αναβλητικός δεν είναι αναγκαίο να είναι συνειδητή η αναβολή των καθηκόντων. Ως αναβλητικότητα θεωρείται:

  1. η αργοπορία, η πράξη της τελευταίας στιγμής λόγω έλλειψης κινήτρου ή αυξημένης διέγερσης από την στρεσογόνα κατάσταση που πρέπει να φέρουμε εις πέρας
  2. η ολοκληρωτική αποφυγή και μη ολοκλήρωση του καθήκοντος λόγω χαμηλής αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης.

Η περίπλοκη διεργασία της αναβλητικής συμπεριφοράς επηρεάζεται τόσο από τις γνωστικές λειτουργίες όσο και από τις συναισθηματικές αντιδράσεις του ατόμου (Tangney, 2000). Είναι μια συμπεριφορά που προκαλεί αρνητικά συναισθήματα λόγω της αυτοτιμωριτηκής μορφής που παίρνει και των εμποδίων που προβάλλει. Κάποια από τα αρνητικά αποτελέσματα της είναι η αίσθηση χάσιμου χρόνου, οι ενοχές, η κακή απόδοση, τα αυξημένα επίπεδα του στρες.

Πως μπορεί, λοιπόν, μια εξ’ ορισμού αρνητική συμπεριφορική αντίδραση να έχει θετική πλευρά;

Για να δώσουμε απάντηση στο παραπάνω ερώτημα θα αναλύσουμε τρεις κατηγορίες ανθρώπων.

  1. Οι μη αναβλητικοί: έχουν πολύ καλή αίσθηση του χρόνου, είναι οργανωτικοί και υπεύθυνοι, εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους πριν την ημέρα προθεσμίας με άνεση.
  2. Οι ενεργητικοί αναβλητικοί: κινητοποιούνται υπό πίεση, τελειώνουν λίγο πριν την λήξη της προθεσμίας τα καθήκοντά τους, έχουν την ικανότητα να θέτουν προτεραιότητες, επιλέγουν να αναβάλουν καθώς μπορούν να αποδώσουν μέγιστα στον χρόνο που ορίζουν
  3. Οι παθητικοί αναβλητικοί: ακινητοποιούνται λόγω άγχους και καθυστερούν να ολοκληρώσουν αυτό που πρέπει να διεκπεραιώσουν, δυσκολεύονται να πάρουν γρήγορες και ακριβής αποφάσεις, δεν έχουν καλή αίσθηση του χρόνου που τους δίνεται (Lay, 1990).

Σύμφωνα με τους ερευνητές Tice & Baumeister (1997), φαίνεται πως στην περίπτωση των ενεργητικών αναβλητικών η αναβλητικότητα μπορεί να τους προσφέρει κάποια βραχυπρόθεσμα οφέλη. Αρχικά, τα επίπεδα στρες σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων είναι πολύ χαμηλότερα όταν υπάρχει κάποια μακρινή προθεσμία διεκπεραίωσης εργασίας, και η αντιμετώπισή τους είναι αρχικά πολύ χαλαρή. Επίσης, η ποιότητα της δουλειάς τους είναι πολύ ικανοποιητική ακόμη και αν αυτή γίνεται τελευταία στιγμή. Τέλος, σύμφωνα με τον Knaus (2000) πολλοί άνθρωποι δουλεύουν πιο αποτελεσματικά υπό την πίεση του χρόνου, ενώ φαίνεται να αυξάνεται η ταχύτητα και η δημιουργικότητά τους.

Βλέπουμε λοιπόν, πως υπάρχουν δομικές διαφορές στον παθητικό και ενεργητικό αναβλητικό. Αυτό οφείλεται στην διαφορετική γνωστική οδό που ακολουθεί το κάθε άτομο, που οδηγεί σε διαφορετικά μοτίβα συμπεριφοράς. Ο παθητικός αναβλητικός λόγω της πίεσης που αισθάνεται για να φέρει εις πέρας αυτό που έχει αναλάβει σκέφτεται αρνητικά για το αποτέλεσμα. Αυτό οφείλεται σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλής αυτοπεποίθησης και αμφισβήτησης που επηρεάζουν την επίδοση, οδηγούν και αποτυχία και προάγουν τα συναισθήματα της ενοχής και κατάθλιψης. Ο ενεργητικός αναβλητικός, σε αντίθεση με τον παθητικό, νιώθει κινητοποιημένος και του αρέσει να δουλεύει υπό πίεση, που την μεταφράζει ως πρόκληση.

Τελικά είναι θετικό χαρακτηριστικό η αναβλητικότητα; 

Η αναβλητικότητα αυτή καθ’ αυτή δεν είναι, αλλά ας δούμε τα χαρακτηριστικά ενός μη αναβλητικού και ενός ενεργητικού αναβλητικού ατόμου.

  1.  Και τα δύο είδη συμπεριφοράς έχουν το ίδιο αποτέλεσμα όσων αφορά την διαχείριση του χρόνου. Και οι μεν και οι δεν κατορθώνουν να ολοκληρώσουν το καθήκον τους την στιγμή που οφείλουν.
  2. Σε σχέση με το κίνητρο, στην περίπτωση των μη αναβλητικών, το άτομο κινητοποιείται τόσο από εσωτερικούς όσο και από εξωτερικούς παράγοντες. Σύμφωνα με τον Conti (2000) το εσωτερικό κίνητρο είναι ισχυρότερο από το εξωτερικό και είναι αυτό που οδηγεί το άτομο να δουλέψει σκληρά και ακούραστα για τον στόχο του. Οι ενεργητικοί αναβλητικοί έχουν σε μεγάλη ισχύ το εξωτερικό κίνητρο, έτσι δεν αφιερώνουν περισσότερο χρόνο από τον προαπαιτούμενο για την ολοκλήρωση ενός έργου. Το αποτέλεσμα το φέρνουν εις πέρας παραταύτα.
  3.  Σύμφωνα με τον Kosic (2004) υπάρχουν τρεις μηχανισμοί αντιμετώπισης του άγχους, o προσανατολισμένος στην εργασία(εστίαση στο τωρινό πρόβλημα), ο προσανατολισμένος στο συναίσθημα(εστίαση στην μείωση των προκληθέντων συναισθημάτων) και ο κατασταλτικός(αγνόηση του προβλήματος). Οι μη αναβλητικοί χρησιμοποιούν την πρώτη στρατηγική σκεπτόμενοι εναλλακτικές. Οι ενεργητικοί αναβλητικοί έχουν αρκετή υψηλή αυτορρύθμιση για να ανταπεξέλθουν και φαίνεται πως και εκείνοι στρέφονται στην πρώτη στρατηγική μείωσης του στρες.

Η αναβλητικότητα είναι μια συμπεριφορική αντίδραση που επηρεάζει άμεσα και έμμεσα την ψυχολογία και την ζωή μας. Η χρόνια αναβλητικότητα αυξάνει τα επίπεδα του στρες καθώς μπορεί να οδηγήσει μέχρι και σε κατάθλιψη.  Η αναβλητική συμπεριφορά σχετίζεται με χαμηλή αυτοεκτίμηση και δυσκολία απόλαυσης απλών καθημερινών γεγονότων της ζωής. Βλέπουμε όμως, πως μια συμπεριφορά που έχει την ετικέτα της “κακής” μπορεί να έχει και θετική πλευρά. Επιπλέον, η αναβλητικότητα, όπως και κάθε είδος συμπεριφοράς, μπορεί να αλλάξει μέσω της επανάληψης. Αρκεί να έχουμε την υπομονή και την  υπομονή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Angela Hsin Chun Chu & Jin Nam Choi (2005): Rethinking Procrastination: Positive Effects of “Active” Procrastination Behavior on Attitudes and Performance, The Journal of Social Psychology, 145:3, 245-264.

Joseph R. Ferrari, et. al. (2007): FREQUENT BEHAVIORAL DELAY TENDENCIES BY ADULTS -International Prevalence Rates of Chronic Procrastination, JOURNAL OF CROSS-CULTURAL PSYCHOLOGY, Vol. 38 No. 4, 458-464

What do you think?

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Ψtalk: “Αυτήν την περίοδο το σωματικό μου άγχος με έχει πεθάνει.”

Ψtalk: “Το άγχος μου με πνίγει.”