Νόσος Parkinson: Ερευνητικά στοιχεία, συμπτωματολογία, αιτιοπαθογένεια και φαρμακευτική θεραπεία
Photo by Rollz International in pexels.com

Νόσος Parkinson: Ερευνητικά στοιχεία, συμπτωματολογία, αιτιοπαθογένεια και φαρμακευτική θεραπεία

Η νόσος Parkinson είναι η δεύτερη σε συχνότητα νευροεκφυλιστική διαταραχή στο κόσμο  τη παρούσα στιγμή μετά το Alzheimer (Nussbaum & Ellis, 2003; Xiromerisiou et al., 2010). Πήρε την ονομασία της από τον γιατρό James Parkinson, ο οποίος παρατηρώντας 6 ασθενείς του-από απόσταση κατά κύριο λόγο-αναφέρθηκε σε μία νευρολογική και συνάμα προοδευτική πάθηση, η οποία χαρακτηρίζεται από μια ακούσια τρεμάμενη κίνηση, μία τάση κάμψης του κορμού προς τα εμπρός και μετάβαση από το απλό περπάτημα σε γρήγορο βηματισμό (Goetz, 2011; Donaldson, 2015). Ο ίδιος θεώρησε, μάλιστα, πως οι δομές του εγκεφάλου οι οποίες εμπλέκονται σε αυτή τη νόσο είναι ο νωτιαίος μυελός και το εγκεφαλικό στέλεχος.

Μελέτες δείχνουν πως η νόσος προσβάλλει 1-2/1.000 άτομα ανά πάσα στιγμή και το 1% του πληθυσμού άνω των 60 ετών. Επίσης, φαίνεται πως μπορεί να εντοπιστεί κάποιο γενετικό υπόβαθρο στο 5-10% των ασθενών (Tysnes & Storstein, 2017). Η ετήσια, μάλιστα, συχνότητα της διαταραχής αυτής είναι 12,3/100.000 (Van den Eeden et al., 2003). Η βασική αιτία της νόσου είναι η εκφύλιση  νευρώνων σε μία περιοχή βαθιά μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, στην μέλαινα ουσία και συγκεκριμένα στην μελαινοραβδωτή ντοπανινεργική οδό, η οποία ξεκινά από την περιοχή της μέλαινας ουσίας και καταλήγει σε περιοχές, όπως το κέλυφος, η ωχρά σφαίρα και ο κερκοφόρος πυρήνας (Balestrino & Shapira, 2019; Nussbaum & Ellis, 2003)

Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει πως, τόσο περιβαλλοντικοί, όσο και γενετικοί παράγοντες συμβάλλουν στην νόσο Parkinson. Ειδικότερα, σημαντική φαίνεται η επίδραση της τοξίνης MPTP, η οποία διεισδύει στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και στη συνέχεια οξειδώνεται από το ένζυμο ΜΑΟ-Β και συγκεντρώνεται στα μιτοχόνδρια όπου αναστέλλει την αναπνευστική αλυσίδα. Ακόμη, έχει βρεθεί ένα γενετικά τροποποιημένο γονίδιο στο χρωμόσωμα 4, το οποίο κωδικοποιεί μια πρωτεΐνη σε μεγάλη ποσότητα η οποία ονομάζεται α-συνουκλεΐνη. Τέλος, φαίνεται πως επαγγέλματα, όπως γιατροί, δάσκαλοι, ανθρακωρύχοι, υλοτόμοι και μεταλλουργοί έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν την νόσο αυτή (Παπαδόπουλος, 2005).

Σύμφωνα με τους Αγορογιάννης et al. (2006), έξι γονίδια έχουν αναγνωριστεί ως παθογένεια της νόσου Parkinson: α-συνουκλεΐνη, parkin, UCH-L1, DJ-1, PINK1 και LRRK2. Οι πρωτεΐνες που κωδικοποιούνται από τα τρία πρώτα γονίδια έχουν να κάνουν με τη λειτουργία της πρωτεάσης (πρωτοελυτικό ένζυμο) είτε ως ενεργά μέρη είτε ως αποσυντιθέμενα μόρια.

Σύμφωνα με τον Poewe (2008), υπάρχουν δύο γενικές κατηγορίες συμπτωμάτων της νόσου: Κινητικά και μη κινητικά συμπτώματα. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται η μυϊκή δυσκαμψία, η βραδυκινησία, η απροσωδία, η δυστονία, οι ακούσιες κινήσεις, τα προβλήματα ισορροπίας, η καμπτοκορμία, ο τρόμος ηρεμίας (Ebmeier et al., 2012; Factor & Weiner, 2008). Στην δεύτερη κατηγορία εντάσσονται προβλήματα ύπνου, όσφρησης, άγχος, κατάθλιψη, γνωστικές δυσκολίες, γαστρεντερικά προβλήματα, καθώς και σεξουαλικές δυσλειτουργίες που αφορούν την στύση και την εκσπερμάτωση (Chaudhuri et al., 2009; Sveinbjornsdottir, 2016).

Αναφορικά με τη θεραπεία, συστήνεται μία πρόδρομος ουσία της ντοπαμίνης (Λεβοντόπα) και όχι η ίδια η ντοπαμίνη, καθώς δύναται αυτή να διαπεράσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και να δράσει σε συνδυασμό με έναν αναστολέα αποκαρβοξυλάσης (καρβοντόπα) (Lang et al., 1992). Σκοπός αυτής της θεραπείας είναι η αντιμετώπιση των κινητικών συμπτωμάτων και των έντονων μυϊκών ενοχλήσεων. Επιπρόσθετα, στα πρώιμα στάδια της νόσου χορηγείται κάποιος αγωνιστής της ντοπαμίνης, όπως η ροπινιρόλη, για την καταπολέμηση των κινητικών συμπτωμάτων (Olanow et al., 1998). Ακόμη, συστήνονται αναστολείς της ΜΑΟ-Β, όπως η σελεγιλίνη, αντιχολινεργικά, σαν την ορφεναδρίνη, αναστολείς του ενζύμου COMT, όπως η τολκαπόνη και η εντακαπόνη σε συνδυασμό με τη λεβοντόπα και τέλος, η αμανταδίνη (Παπαδόπουλος et al., 2005; Schrag et al., 1999; Kaakkola, 2000; Luginger et al., 2000).

 

Βιβλιογραφία

  1. Αγορογιάννης, E., Αγορογιάννης, Γ., Παπαδημητρίου, A., & Χατζηγεωργίου, Γ. (2006, October). Γενετική και μοριακή βάση της νόσου του Parkinson. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής, 23(5), 435-436. https://hdl.handle.net/11615/25387
  2. Balestrino, R., & Schapira, A. (2019, October). Parkinson disease. European Journal of Neurology, 27(1), 29-30. https://doi.org/10.1111/ene.14108
  3. Chaudhuri, K., Tolosa, E., Schapira, A., & Poewe, W. (2009). Non-motor symptoms of Parkinson’s disease (pp. 20-25). Oxford University Press.
  4. Ebmeier, K., O’Brien, J., & Taylor, J. (2012). Psychiatry of Parkinson’s disease (pp. 15-17). Karger.
  5. Goetz, C. G. (2011, September). The history of Parkinson’s disease: Early clinical descriptions and neurological therapies. Cold Spring Harbor Perspectives in Medicine, 1(1). https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC3234454/
  6. Kaakkola, S. (2000). Clinical pharmacology, therapeutic use and potential of COMT inhibitors in Parkinson’s disease. Drugs59(6), 1233-1250. https://doi.org/10.2165/00003495-200059060-00004
  7. Lang, A., Lozano, A., Montgomery, E., Duff, J., Tasker, R., & Hutchinson, W. (1997).  Posteroventral medial pallidotomy in advanced Parkinson’s disease. New England Journal of Medicine337(15), 1036-1043. https://doi.org/10.1056/nejm199710093371503
  8. Luginger, E., Wenning, G., Bosch, S., & Poewe, W. (2000). Beneficial effects of amantadine on L-dopa-induced dyskinesias in Parkinson’s disease. Movement Disorders15(5), 873-878. https://doi.org/10.1002/1531-8257(200009)15:5%3C873::aid-mds1017%3E3.0.co;2-i
  9. Nussbaum, R. L., & Ellis, C. E. (2003, April 3). Alzheimer’s disease and Parkinson’s disease. The New England Journal of Medicine, 348(14), 1356-1364. https://www.nejm.org/doi/full/10.1056/NEJM2003ra020003
  10. Olanow, C. W., Jenner, P., & Brooks, D. (1998). Dopamine agonists and neuroprotection in Parkinson’s disease. Annals of Neurology44(S1), S167-S174. https://doi.org/10.1002/ana.410440725
  11. Παπαδόπουλος, Κ., Τάγαρης, Γ., & Στάθης, Π. (2005). Κοινωνία & Υγεία (4th ed.). ( pp. 189-192). Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. https://helios-eie.ekt.gr/EIE/bitstream/10442/848/1/M01.039.0.pdf
  12. Poewe, W. (2008, March). Non-motor symptoms in Parkinson’s disease. European Journal of Neurology, 15(s1), 14-20. https://doi.org/10.1111/j.1468-1331.2008.02056.x
  13. Sveinbjornsdottir, S. (2016, July). The clinical symptoms of Parkinson’s disease. Journal of Neurochemistry, 139, 318-324. https://doi.org/10.1111/jnc.13691
  14. Tysnes, O., & Storstein, A. (2017, February 1).  Epidemiology of Parkinson’s disease. Journal of Neural Transmission, 124(8), 901-905. https://link.springer.com/article/10.1007/s00702-017-1686-y
  15. Van Den Eeden, S. K., Tanner, C. M., Berstein, A. L., Fross, R. D., Leimpeter, A., Bloch, D. A., & Nelson, L. M. (2003, June 1). Incidence of Parkinson’s disease: Variation by age, gender, and race/ethnicity. American Journal of Epidemiology, 157(11), 1015-1022. https://doi.org/10.1093/aje/kwg068
  16. Xiromerisiou, G., Dardiotis, E., Tsimourtou, V., Kountra, P., Paterakis, K., & Kapsalaki, E. (2010, January). Genetic basis of Parkinson disease. Neurosurgical Focus, 28(1), 1. https://thejns.org/focus/view/journals/neurosurg-focus/28/1/article-pE7.xml

Επιμέλεια άρθρου: Τυρλή Αικατερίνη

ΚοινοποίησηFacebookLinkedIn
Συμμετοχή στη συζήτηση

Archives

Categories

WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com