Σχεδόν όλοι έχει τύχει να βρεθούμε παρόντες μπροστά σε μία συζήτηση με θέμα κάποιον επίκαιρο στις ειδήσεις δράστη, ο δικηγόρος του οποίου ισχυρίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου ότι ο πελάτης του πάσχει από ψυχική διαταραχή κι εν τέλει δεν φυλακίστηκε. Αρκετές φορές, μάλιστα, η εν λόγω συζήτηση καταλήγει να προκαλεί μία φορτισμένη ατμόσφαιρα- δημιουργώντας δίπολα ανάμεσα στους συνομιλητές. Ας δούμε, λοιπόν, παρακάτω τί προβλέπει ο ποινικός κώδικας και η νομολογία, δηλαδή οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται.
Άρθρο 34 ΠΚ: “Η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή διατάραξης της συνείδησης κατά τον χρόνο τέλεσής της, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό”.
Τί σημαίνει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, είναι σημαντικό να καταστεί σαφές ότι, όταν ο νόμος αναφέρεται στον καταλογισμό μίας άδικης πράξης στον δράστη που πάσχει από ψυχική διαταραχή, δεν εξετάζει αν αυτό που έκανε ήταν σωστό ή λάθος. Ο καταλογισμός, ως νομικός όρος, αφορά το εάν ο δράστης τελικά θα τιμωρηθεί ή θα απαλλαγεί της ποινής για την αξιόποινη πράξη που διέπραξε. Επομένως, το άρθρο 34 ΠΚ προβλέπει την απαλλαγή του δράστη που πάσχει από ψυχική διαταραχή από την ποινή, ενώ δεν αμφισβητεί ότι η πράξη είναι άδικη. Δηλαδή, στο στάδιο της δίκης, όπου εξετάζεται ο καταλογισμός του δράστη, έχει γίνει ήδη δεκτό από το δικαστήριο ότι έχει τελεστεί έγκλημα.
Ο νόμος δεν καταγράφει συγκεκριμένα ποιες διαταραχές είναι ικανές να επηρεάσουν την ενοχή του κατηγορουμένου, παρά δίνει έναν γενικό ορισμό. Ωστόσο, η νομολογία έχει παγιώσει κάποια χαρακτηριστικά, ώστε να οριοθετηθούν οι διαταραχές που εμπίπτουν στο άρθρο 34 ΠΚ. Για παράδειγμα, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 1218/2008 απόφαση του Ζ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, στον όρο της ψυχικής διαταραχής του άρθρου 34 ΠΚ περιλαμβάνονται “πλην άλλων, ενδογενείς ή λειτουργικές ψυχώσεις, των οποίων η σωματική αιτία δεν είναι ειδικώς εντοπισμένη, όπως είναι ιδίως η μανιοκαταθλιπτική ψύχωση και η σχιζοφρένεια (ηβηφρενική, κατατονική και σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου με κύριο χαρακτηριστικό τις ψευδαισθήσεις και τις παραληρητικές ιδέες), οι οποίες, όπως είναι αυτονόητο, θα πρέπει να υφίστανται κατά τον χρόνο της τέλεσης της αξιόποινης πράξης από τον δράστη“. Περιλαμβάνονται, δηλαδή, ψυχώσεις που εμφανίζονται με διαφορετική έκταση και ένταση ως σοβαρή απώλεια επαφής με την πραγματικότητα, όπως είναι οι ψευδαισθήσεις, οι παραισθήσεις, η αποδιοργανωμένη ομιλία και οι κατατονικές συμπεριφορές (Κιούπης Δ., Δικαστική ψυχολογία και ψυχιατρική, εκδ. Νομική βιβλιοθήκη 2019, σελ. 38). Τέλος, με τη διατύπωση “πλην άλλων” και “ιδίως” στην ως άνω απόφαση, γίνεται αντιληπτό ότι η καταγραφή των διαταραχών είναι ενδεικτική κι όχι αποκλειστική.
Προϋποθέσεις άρσης του καταλογισμού
Η υπ’αριθμ. 507/2022 απόφαση του ΣΤ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου δέχεται ότι : “Για την άρση του καταλογισμού υιοθετείται το μικτό σύστημα, με βάση το οποίο δεν αρκεί η συνδρομή των πιο πάνω βιολογικών όρων, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση να διαπιστωθεί και η συνδρομή του αξιολογικού όρου, απαιτείται δηλαδή να διαπιστωθεί ότι ο δράστης, εξαιτίας της κατάστασης στην οποία βρισκόταν κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν είχε ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη για το άδικο αυτό.” Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι προκειμένου να απαλλαγεί από την ποινή ο δράστης για την αξιόποινη πράξη που διέπραξε, απαιτείται να αποδειχθεί η ύπαρξη της ψυχικής διαταραχής αλλά και ο αιτιώδης σύνδεσμος της ψυχικής διαταραχής με την αξιόποινη πράξη που τελέστηκε, δηλαδή να αποδειχθεί ότι ο δράστης ακριβώς επειδή έπασχε από την εκάστοτε ψυχική διαταραχή κατά τη διάρκεια της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, δεν μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο της πράξης αυτής και να ενεργήσει αναλόγως.
Επιβολή θεραπευτικών μέτρων
Το άρθρο 69Α ΠΚ προβλέπει τα θεραπευτικά μέτρα που επιβάλλονται στα άτομα που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, τα οποία είναι είτε η νοσηλεία σε ψυχιατρικό τμήμα δημόσιου ψυχιατρικού ή γενικού νοσοκομείου είτε η υποχρεωτική θεραπεία και ψυχιατρική παρακολούθηση σε εξωνοσοκομειακή Μονάδα Ψυχικής Υγείας ή εξωτερικά ιατρεία δημόσιου ψυχιατρικού ή γενικού νοσοκομείου. Το δικαστήριο διατάσσει την επιβολή κάποιου θεραπευτικού μέτρου στον δράστη που απαλλάχθηκε της ποινής λόγω ψυχικής διαταραχής “εφόσον κρίνει ότι, εξαιτίας της κατάστασής του, υπάρχει κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κίνδυνος, αν αφεθεί ελεύθερος, να τελέσει και άλλα τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλήματα”. Οι προϋποθέσεις αυτές βεβαιώνονται κατόπιν διενέργειας τουλάχιστον διττής ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, δηλαδή με μία αφότου συλληφθεί ο δράστης και με άλλη μια τουλάχιστον που διενεργείται όσο το δυνατόν πλησιέστερα προς την ημέρα της δίκης.
Η διαφορά με τον παλιό ποινικό κώδικα
Αξίζει να αναφερθεί ότι, το άρθρο 34 ΠΚ, όπως παρατέθηκε και επεξηγήθηκε στο παρόν άρθρο, δεν είχε πάντα αυτήν τη μορφή. Ειδικότερα, ισχύει από 1 Ιουλίου 2019, όταν δηλαδή αναθεωρήθηκε ο ποινικός κώδικας που εφαρμοζόταν από την 1 Ιανουαρίου 1951. Το αντίστοιχο άρθρο στον παλιό ποινικό μας κώδικα όριζε ότι: “Η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό”.
Η αλλαγή του όρου από “νοσηρή διατάραξη” σε “ψυχική διαταραχή” δεν μπορεί παρά να προκαλεί ενδιαφέρον. Είναι δεδομένο ότι ο όρος της ψυχικής διαταραχής είναι ορθότερος από κάθε πτυχή. Έτσι, υποστηρίζεται ότι το άρθρο άλλαξε ως προς μία πιο εύστοχη διατύπωση, συμπορευόμενο με την επιστήμη και τις παραδοχές της ψυχικής υγείας.
Συμπερασματικά, το νομικό ζήτημα της απαλλαγής του δράστη που πάσχει από ψυχική διαταραχή κατά την τέλεση αξιόποινης πράξης, είναι περίπλοκο και είναι ικανό να εγείρει ποικίλα εύλογα ερωτήματα. Είναι απαραίτητο, λοιπόν, ακριβώς λόγω της πολυπλοκότητάς του και της δυσκολίας εξακρίβωσης των ισχυρισμών των αντιδίκων, οι δικαστές να εξετάζουν τα δεδομένα που παρουσιάζονται στο δικαστήριο με αμεροληψία και μεγάλη προσοχή, ώστε να είναι βέβαιο κατά την έκδοση της απόφασης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος.
Πηγές:
- Κιούπης Δ., Δικαστική ψυχολογία και ψυχιατρική, έκδοση Νομική βιβλιοθήκη 2019, σελίδα 38
- https://www.lawspot.gr/nomikes-plirofories/nomothesia/n-4619-2019/arthro-34-poinikos-kodikas-nomos-4619-2019-anikanotita
- https://www.lawspot.gr/nomikes-plirofories/nomothesia/n-4619-2019/arthro-69a-poinikos-kodikas-nomos-4619-2019-metra
- https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=MiCbTbEhtRYN80WOXpuIxQsLDePPF4&apof=1218_2008&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C6
- https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=1O3DMDR6WQF8RD8ZFUKX08AC31YGSB&apof=507_2022&info=%D0%CF%C9%CD%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%D3%D4
Επιμέλεια άρθρου: Τυρλή Αικατερίνη






