Κατατονία: Ψυχοκινητικές Εκδηλώσεις και Κλινική Αξιολόγηση
Munch, Mental Disorder, Man.
Photo by Vie studio in unsplash.com

Κατατονία: Ψυχοκινητικές Εκδηλώσεις και Κλινική Αξιολόγηση

Η κατατονία συνιστά ένα σύνθετο νευροψυχιατρικό σύνδρομο, το οποίο εκδηλώνεται με έντονες και συχνά παράδοξες διαταραχές στη συμπεριφορά, στη ψυχοκινητική δραστηριότητα και στη βούληση [1]. Χαρακτηρίζεται από μεταβολές στον κινητικό τόνο και στη δυνατότητα έναρξης ή αναστολής της κίνησης, οι οποίες δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά σε πρωτοπαθή νευρολογική διαταραχή. Ιστορικά, η κατατονία έχει συσχετιστεί κυρίως με σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές. Περιγράφηκε αρχικώς στο πλαίσιο Διαταραχών του Φάσματος της Σχιζοφρένειας, ενώ μεταγενέστερα εντοπίστηκε και σε επεισόδια διάθεσης, όπως μανιακά ή μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια (Διπολική Διαταραχή, Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή), ή λιγότερο συχνά, έχει αναφερθεί και σε άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της Διαταραχής του Φάσματος του Αυτισμού. Σύγχρονες προσεγγίσεις [2-3] αναγνωρίζουν ότι η κατατονία δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό μιας συγκεκριμένης διαγνωστικής κατηγορίας, αλλά μπορεί να εμφανιστεί ως διαγνωστικός προσδιοριστής (specifier) σε ποικίλα ψυχιατρικά ή και οργανικές καταστάσεις, υπογραμμίζοντας τη διαγνωστική και κλινική της πολυπλοκότητα.

Ο επιπολασμός της κατατονίας σε ψυχιατρικές κλινικές οξέων περιστατικών κυμαίνεται από 9% έως 20% [6-7]. Μελέτες έχουν καταδείξει υψηλή επικράτηση της κατατονίας σε ορισμένες ασθένειες, συμπεριλαμβανομένων των καταθλιπτικών και διπολικών διαταραχών, με έως και 20% των ασθενών με οξύ μανιακό επεισόδιο να εμφανίζουν τυπική κατατονική συμπτωματολογία [8-9]. Αν και τα επιδημιολογικά δεδομένα για την κατατονία σε πληθυσμούς με σύνοδες ιατρικές παθήσεις συχνά συγχέονται με την υποδιάγνωση της κατατονίας, είναι καλά τεκμηριωμένο ότι μπορεί να εκδηλωθεί ως προάγγελος πολλών οξέων γενικών ιατρικών παθήσεων [7,10,11].

Η κλινική αξιολόγηση της βασίζεται κατά κύριο λόγο στη συστηματική κλινική παρατήρηση και στη λήψη αναλυτικού ιστορικού μέσω συνέντευξης, ενώ συμπληρώνεται από ενδελεχή σωματική εξέταση. Παράλληλα, απαιτείται αξιολόγηση των ζωτικών σημείων και της επάρκειας λήψης τροφής και υγρών από το στόμα, δεδομένου ότι οι παράγοντες αυτοί επηρεάζονται ουσιωδώς στο πλαίσιο της κατατονικής συμπτωματολογίας [1].

Στην κλασική μορφή της κατατονίας, πολλές από τις συμπεριφορικές αποκλίσεις είναι εμφανείς κατά την κλινική παρατήρηση. Ιδιαίτερα συχνό εύρημα αποτελεί η παράδοξη στάση σώματος, ενάντια στην βαρύτητα (catalepsy, posturing), κατά την οποία ο ασθενής διατηρεί ασυνήθιστες, αυθόρμητες ή άβολες θέσεις των άκρων, των μυών του κορμού ή του αυχένα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον 60’ sec). Η κηρώδης ευκαμψία (Waxy Flexibility, Flexibitas Cerea), περιγράφεται ως παθητική διατήρηση μιας θέσης του σώματος στην οποία έχει τοποθετηθεί ο ασθενής από τον εξεταστή. Το άκρο ή το σώμα παραμένει στην επιβαλλόμενη στάση για παρατεταμένο χρόνο. Κατά τη μετακίνηση παρατηρείται ήπια, ομοιόμορφη, «πλαστική» αντίσταση, παρομοιαζόμενη με την κάμψη ενός κεριού [16]. Συχνά συνυπάρχει βωβότητα, δηλαδή πλήρης απουσία λεκτικής παραγωγής, ελάχιστη ομιλία ή ύπαρξη ψιθύρων. Επιπλέον, μπορεί να παρατηρείται αρνητισμός, ο οποίος εκδηλώνεται ως εμφανώς άσκοπη αντίδραση προς όλες τις οδηγίες ή προσπάθειες να κινηθεί ο ασθενής, ή εναντιωματικές κινήσεις. Η λήψη παράξενων στάσεων, η ακινησία, η βωβότητα και ο αρνητισμός συνιστούν τα συχνότερα χαρακτηριστικά στοιχεία του κατατονικού συνδρόμου. Άλλα συμπτώματα αφορούν ιδιότυπες μορφές αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον ή τον εξεταστή. Ενδεικτικά αναφέρονται η ηχολαλία (επανάληψη λέξεων ή φράσεων που ακούγονται) και η ηχοπραξία (μίμηση κινήσεων άλλων προσώπων).

Αξιοσημείωτο είναι ότι τα συμπτώματα αυτά μπορεί να εμφανίζονται ακόμη και σε ασθενείς που παρουσιάζουν ελάχιστη ή μηδενική λεκτική επικοινωνία. Η αυτόματη υπακοή ή προκλητή υποβολιμότητα (automatic obedience) συνιστά επίσης χαρακτηριστική εκδήλωση, κατά την οποία ο ασθενής ανταποκρίνεται σχεδόν αντανακλαστικά σε μη λεκτικά ερεθίσματα ή χειρονομίες (Ο εξεταστής απλώνει το χέρι του σαν να θέλει να του σφίξει το χέρι και ο ασθενής «αυτόματα» αρχίζει να του σφίγγει το χέρι). Επιπροσθέτως, η αμφιτιμία ή αμφισθένεια (ambitendency) περιγράφει την αδυναμία ολοκλήρωσης μιας εκούσιας κίνησης, κατά την οποία ο ασθενής φαίνεται να μένει «κολλημένος» στη μέση της πράξης, να ταλαντεύεται ή να διστάζει μεταξύ δύο κινήσεων, χωρίς να εκτελεί εν τέλει κάποια από τις ενέργειες [13].

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η κατατονία εκδηλώνεται με στοιχεία υπερδραστηριότητας. Αυτά περιλαμβάνουν τη λεκτική επανάληψη φράσεων (verbigeration),  μανιερισμούς (παράδοξες ή υπερβολικές κινήσεις ή χειρονομίες, που μοιάζουν με φυσιολογικές ή καθημερινές πράξεις, αλλά εκτελούνται με εκκεντρικό ή υπερβολικό τρόπο και δεν επιτελούν λειτουργικό σκοπό). Κρίνεται αναγκαίο να αναφερθεί ότι στην παραπάνω κατηγορία, συγκαταλέγεται και η στερέοτυπη μιμική του προσώπου (Grimacing) [13].  Εν συνεχεία, η υπερδραστηριότητα του ατόμου εκδηλώνεται και μέσω των  στερεοτυπιών, οι οποίες συνίστανται σε επαναλαμβανόμενα κινητικά πρότυπα, όπως ρυθμικές κινήσεις του σώματος ή το τρίψιμο των χεριών. Ιδιαίτερη μορφή αποτελεί η κατατονική διέγερση, όπου παρατηρείται έντονη, απρόβλεπτη ψυχοκινητική δραστηριότητα, ενίοτε με επιθετικά χαρακτηριστικά, χωρίς εκφραζόμενο συναίσθημα [14].

Η Εμβροντησία (Stupor) αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του κατατονικού συνδρόμου και περιγράφεται ως πλήρης απουσία ψυχοκινητικής δραστηριότητας, συνοδευόμενη από έντονη μείωση της αντίδρασης σε εξωτερικά ερεθίσματα. Αντιπροσωπεύει μια έντονη μορφή κατατονικής ακινησίας και συχνά συνοδεύεται από άλλα συμπτώματα όπως βωβότητα, αρνητισμό, και κηρώδη ευκαμψία [17].

Για την διάγνωση της Κατατονικής Ψυχοκινητικότητας απαιτούνται τρία (ή περισσότερα) από τα παρακάτω δώδεκα κλινικά χαρακτηριστικά:  Εμβροντησία (Stupor), Καταληψία (Catalepsy), Κηρώδης Ευκαμψία (Waxy Flexibility), Αλαλία ή Βωβότητα (Mutism), Αρνητισμός (Negativism), Εμμονή στάσης (Posturing), Ιδεοτροπισμοί (Mannerisms), Στερεοτυπίες (Stereotypes), Διέγερση (Agitation), Μορφασμοί (Grimacing), Ηχωλαλία (Echolalia), Ηχωπραξία (Echopraxia). Πριν από τη διαγνωστική τεκμηρίωση της διαταραχής, είναι απαραίτητο να διερευνηθεί εάν η κατατονική συμπτωματολογία αποτελεί άμεση παθοφυσιολογική συνέπεια άλλης ιατρικής κατάστασης.

Σύμφωνα με το DSM-5-TR., η κατατονία χρησιμοποιείται ως προσδιοριστής σε ένα ευρύ φάσμα ψυχικών διαταραχών. Ειδικότερα, μπορεί να προστεθεί στις Νευροαναπτυξιακές Διαταραχές, στις Σχιζοφρενικές Διαταραχές (Σχιζοφρένεια, Σχιζο-συναισθηματική Διαταραχή, Σχιζοφρενικόμορφη Διαταραχή, Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή, Ψυχωτική Διαταραχή επαγόμενη από ουσία ή φαρμακευτική αγωγή), στις Συναισθηματικές Διαταραχές (Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή, Εμμένουσα Καταθλιπτική Διαταραχή-Δυσθυμία, Διπολική Διαταραχή τύπου Ι και τύπου ΙΙ). Επιπροσθέτως, προβλέπεται η διαγνωστική κατηγορία «Μη Προσδιοριζόμενη Κατατονία» (Unspecified Catatonia), η οποία χρησιμοποιείται όταν υφίστανται κατατονικά χαρακτηριστικά, αλλά δεν πληρούνται πλήρως τα κριτήρια για τις λοιπές διαγνωστικές οντότητες ή δεν υπάρχουν επαρκή κλινικά δεδομένα [13].

Η Κλίμακα Αξιολόγησης Κατατονίας Bush-Francis (BFCRS) που δημοσιεύθηκε το 1996, είναι η πιο ευρέως χρησιμοποιούμενη κλίμακα για την αξιολόγηση της κατατονίας σε κλινικά και ερευνητικά πλαίσια, με πλήρη διασταύρωση και συμφωνία με τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-5 και DSM-5-TR [15].

Όταν η κατατονία είναι σοβαρή και επίμονη, ο ασθενής διατρέχει κίνδυνο ιατρικών επιπλοκών. Τέτοιες επιπλοκές προκύπτουν κυρίως από την ακινησία του ασθενούς και την αδυναμία του να λάβει επαρκή σίτιση, ενυδάτωση και την πιθανότητα σχηματισμού θρόμβων στο αίμα του ασθενούς. Οι βενζοδιαζεπίνες είναι συχνά πρώτης γραμμής θεραπεία για την κατατονική συμπτωματολογία. Οι βενζοδιαζεπίνες είναι ρυθμιστές του υποδοχέα GABAA και διευκολύνουν τη GABAεργική μετάδοση, η οποία θεωρείται ότι διαταράσσεται στην κατατονία. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η λοραζεπάμη εμφανίζει υψηλότερη αποτελεσματικότητα συγκριτικά με άλλα φαρμακευτικά σκευάσματα της ίδιας κατηγορίας. Η χορήγησή της μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω διαφορετικών οδών, συμπεριλαμβανομένης της ενδοφλέβιας, της ενδομυϊκής και της από του στόματος χορήγησης. [4]. Σε περιπτώσεις ασθενών που εμφανίζουν ανεπαρκή ανταπόκριση στη χορήγηση βενζοδιαζεπινών, όπως και σε περιστατικά σοβαρής μορφής κατατονίας, συνιστάται η άμεση έναρξη θεραπείας με Ηλεκτροσπασμοθεραπεία (Electroconvulsive Therapy). Η εφαρμογή της ECT έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική, με ποσοστά βελτίωσης που κυμαίνονται μεταξύ 80% και 100% των περιπτώσεων κατατονίας, συμπεριλαμβανομένου και το 60% των ασθενών των οποίων η συμπτωματολογία δεν υποχώρησε επαρκώς με τη φαρμακοθεραπεία μέσω βενζοδιαζεπινών [5].

Η κατατονία αποτελεί ένα κλινικά κρίσιμο σύνδρομο, το οποίο, παρά τη σοβαρότητα των επιπτώσεών του, συχνά υποδιαγιγνώσκεται. Η αναγνώριση της βασικής συμπτωματολογίας και η άμεση θεραπευτική παρέμβαση είναι καθοριστικές για την αποφυγή επιπλοκών και τη βελτίωση της πρόγνωσης. Δεδομένης της ετερογένειας των εκδηλώσεών της, η συστηματική κλινική αξιολόγηση και η έγκαιρη διαφοροδιάγνωση αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της.

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. Walther S, Stegmayer K, Wilson JE, Heckers S: Structure and neural mechanisms of catatonia. Lancet Psychiatry 2019; 6:610–619
  2. Wilson JE, Carlson R, Duggan MC, et al: Delirium and catatonia in critically ill patients: the delirium and catatonia prospective cohort investigation. Crit Care Med 2017; 45:1837–1844
  3. Connell J, Kim A, Brummel NE, et al: Advanced age is associated with catatonia in critical illness: results from the delirium and catatonia prospective cohort investigation. Front Psychiatry 2021; 12:673166
  4. Ellul P, Choucha W: Neurobiological approach of catatonia and treatment perspectives. Front Psychiatry 2015; 6:182
  5. Administration USFaD: Neurological devices; reclassification of electroconvulsive therapy devices intended for Use in treating severe major depressive episode in patients 18 Years of age and older who are treatment resistant or require a rapid response; effective date of requirement for Premarket approval for electroconvulsive therapy for certain specified intended uses. Fed Regist 2015; 83:66103–66124
  6. Rosebush PI, Hildebrand AM, Furlong BG, Mazurek MF: Catatonic syndrome in a general psychiatric inpatient population: frequency, clinical presentation, and response to lorazepam. J Clin Psychiatry 1990; 51:357–362
  7. Braunig P, Kruger S. Psychiatr Prax 2005; 32(suppl 1): S7–S24
  8. Abrams R, Taylor MA: Catatonia. A prospective clinical study. Arch Gen Psychiatry 1976; 33:579–581
  9. Taylor MA, Abrams R: The phenomenology of mania. A new look at some old patients. Arch Gen Psychiatry 1973; 29:520–522
  10. Fink MTM: Catatonia: A clinician’s guide to diagnosis and treatment. Cambridge: Cambridge University Press; 2003
  11. Gelenberg AJ: The catatonic syndrome. Lancet 1976; 1:1339–1341
  12. Jo Ellen Wilson, M.D., Ph.D., M.P.H., Mark A. Oldham, M.D., Andrew Francis, M.D., Ph.D., Dina Perkey, M.D., Eric Kramer, M.D., M.P.H., Shixie Jiang, M.D., Jennifer Yoon, M.D., Scott Beach, M.D., Gregory Fricchione, M.D., Matthew Gunther, MD., M.A., Jihoon Ha, M.D., James Luccarelli, M.D., D.Phil., Jordan Rosen, M.D., Dallas Hamlin, M.D., Joseph D. Dragonetti, M.D., Avi Gerstenblith, M.D., Anne Louise Stewart, M.D., Jon Sole, M.D., James A. Bourgeois, O.D., M.P.A., M.D: Catatonia: American Psychiatric Association Resource Document 2025:66:277–299
  13. American Psychiatric Association. Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (DSM5-TR). American Psychiatric Association Publishing; 2022.
  14. Francis, Μ. Fink, Catatonia Information Center, Penn State University, January 24, 2017.
  15. Bush G, Fink M, Petrides G, Dowling F, Francis A. Catatonia. I. Rating scale and standardized examination. Acta Psychiatr Scand. 1996;93(2):129–136.
  16. Fink M, Taylor MA. (2009). The Catatonia Syndrome: Forgotten but Not Gone. Archives of General Psychiatry.
  17. Fink, M. (2009). Catatonia: A syndrome appears, disappears, and is rediscovered. Canadian Journal of Psychiatry, 54(11), 731–740.
ΚοινοποίησηFacebookLinkedIn
Γραμμένο από
Δημήτρης Τσουρέκης
Συμμετοχή στη συζήτηση

Archives

Categories

WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com