Ο ύπνος αποτελεί την κατάσταση που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής ενός βρέφους, ειδικά στην αρχή της βρεφικής ηλικίας. Ένα νεογέννητο βρέφος κοιμάται περίπου 16 με 17 ώρες την ημέρα. Ωστόσο, η διάρκεια του βρεφικού ύπνου μπορεί να ποικίλλει σημαντικά. Ορισμένα βρέφη μπορεί να κοιμούνται περισσότερο από 20 ώρες, ενώ σε κάποια άλλα η διάρκεια του ύπνου ενδέχεται να μην ξεπερνά τις 10 ώρες ημερησίως.
Πέρα από τη χρονική διάρκεια, ο ύπνος του νεογέννητου βρέφους είναι ασυνεχής. Αυτό σημαίνει ότι αρχικά καταλαμβάνει διαστήματα 2 ωρών, τα οποία ακολουθούνται από περιόδους εγρήγορσης. Η εν λόγω κατάσταση συνεχίζεται για αρκετούς μήνες μετά τη γέννηση του βρέφους, με τα περισσότερα από αυτά να μην κοιμούνται συνεχώς. Ωστόσο, η απόκτηση ανάλογων με των ενηλίκων συνηθειών γίνεται σταδιακά, με το βρέφος να κοιμάται παραπάνω κατά τη διάρκεια της νύχτας, καθώς και να παραμένει ξύπνιο για λίγο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα κατά την ημέρα. Συνήθως, μέχρι τη 16η εβδομάδα το βρέφος αρχίζει να κοιμάται για 6 συνεχείς ώρες τη νύχτα, ώστε την ημέρα ο ύπνος να πάρει τη μορφή σύντομης ανάπαυσης. Στο τέλος του πρώτου έτους, η πλειονότητα των βρεφών κοιμάται καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, με τη διάρκεια του απαραίτητου ύπνου να μειώνεται στις 15 ώρες το εικοσιτετράωρο.
Ο φαινομενικά γαλήνιος ύπνος του βρέφους περιλαμβάνει έναν κύκλο γεγονότων. Σε ορισμένες περιόδους ύπνου παρατηρείται αύξηση της πίεσης του αίματος και του ρυθμού της καρδιάς, ο οποίος μπορεί να γίνει ακανόνιστος, όπως επίσης και αύξηση του ρυθμού της αναπνοής. Μερικές φορές τα κλειστά μάτια του βρέφους φαίνονται να κινούνται παλινδρομικά, σαν να παρακολουθεί μια σκηνή γεμάτη δράση. Πρόκειται ουσιαστικά για μια περίοδο ενεργού ύπνου που είναι παρόμοια με τον ύπνο REM (Rapid Eye Movement), ο οποίος συναντάται σε ενήλικες και παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας και συνδέεται με τα όνειρα.
Ο ενεργός αυτός ύπνος, που μοιάζει με τον ύπνο REM, καταλαμβάνει μόλις το 50% του ύπνου των βρεφών, συγκριτικά με αυτόν των ενηλίκων ο οποίος αφορά μόλις το 20% του συνολικού τους ύπνου. Εντούτοις, στην ηλικία των 6 μηνών η ποσότητα του ενεργού ύπνου μειώνεται, καταλαμβάνοντας το 1/3 του συνολικού ύπνου των βρεφών.
Η ύπαρξη των προαναφερθέντων περιόδων ενεργού ύπνου οδηγεί στη δημιουργία ερωτήματος σχετικά με το κατά πόσον τα βρέφη ονειρεύονται κατά τις περιόδους αυτές. Αν και η απάντηση εξακολουθεί να παραμένει άγνωστη, κάτι τέτοιο φαίνεται να μην ισχύει. Πρώτα απ’ όλα, οι εμπειρίες των βρεφών είναι τόσο περιορισμένες, που στερούνται επαρκές υλικό για όνειρα. Γεγονός που οφείλεται στο ότι ο εγκέφαλός τους είναι ακόμη πολύ ανώριμος για να μπορέσει να σχηματίσει αφηρημένες εικόνες και σκέψεις. Επιπλέον, τα εγκεφαλικά κύματα ενός βρέφους, την ώρα που κοιμάται, φαίνεται να είναι διαφορετικά από αυτά ενός ενήλικα τη στιγμή που ονειρεύεται. Αυτό σημαίνει ότι τα βρέφη δεν ονειρεύονται κατά τη διάρκεια του ενεργού ύπνου, ή τουλάχιστον δεν ονειρεύονται με τον τρόπο που ονειρεύονται οι ενήλικες.
Επομένως, το ερώτημα που τίθεται είναι ποια λειτουργία εξυπηρετεί ο ύπνος REM στα βρέφη; Μια απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι ο ύπνος REM αποτελεί το μέσο που επιτρέπει στον εγκέφαλο να δημιουργεί συνάψεις και να προάγει τη γνωστική ανάπτυξη. Ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι ο σχηματισμός των ονείρων επέρχεται μετά την ηλικία των 2 περίπου ετών. Ένα εύρημα που έρχεται σε συμφωνία με τη χρησιμότητα της λειτουργίας του ύπνου REM κατά τη βρεφική ηλικία. Πιο συγκεκριμένα, οι Sandor et al. (2015) κατέδειξαν ότι στα όνειρα των παιδιών ηλικίας 4 έως 8 ετών κυριαρχούσαν τόσο φιγούρες ανθρώπων, όπως μέλη της οικογένειάς τους, όσο και ζώων, ενώ βίωναν κοινωνικές αλληλεπιδράσεις επιθετικού (π.χ. αυτοκίνητο περνάει πάνω από το παιδί) και φιλικού (π.χ. προσφορά ή αποδοχή βοήθειας) χαρακτήρα και περισσότερα θετικά συναισθήματα (π.χ. χαρά, ηρεμία). Ωστόσο, στην ηλικία των 9 με 11 ετών τα όνειρα των παιδιών μοιάζουν με αυτά των ενηλίκων.
Τέλος, οι κύκλοι ύπνου του βρέφους είναι σε μεγάλο βαθμό προγραμματισμένοι από γενετικούς παράγοντες, παρόλο που και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες φαίνεται να ασκούν κάποια επίδραση. Για παράδειγμα, διάφοροι στρεσογόνοι παράγοντες, όπως δυσχερείς περιβαλλοντικές συνθήκες (π.χ. κύμα καύσωνα), θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τον ρυθμό ύπνου του βρέφους. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα ο ύπνος του να είναι λιγότερο ενεργός και πιθανότατα πιο ήσυχος από ό,τι συνήθως, δεδομένης της αϋπνίας που ανακύπτει.
Συμπερασματικά, ο ύπνος των βρεφών διαφέρει σημαντικά από αυτόν των ενηλίκων και των παιδιών μεγαλύτερης ηλικίας. Κατά τη διάρκεια του ύπνου REM, τα βρέφη φαίνεται να μην ονειρεύονται, γεγονός που οφείλεται στις περιορισμένες εμπειρίες οι οποίες είναι αποτέλεσμα της ανωριμότητας του εγκεφάλου τους καθώς και στη διαφοροποίηση των εγκεφαλικών κυμάτων από αυτά των ενηλίκων. Ο σχηματισμός των ονείρων αρχίζει μετά την ηλικία των 2 περίπου ετών, σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα, ενώ στην ηλικία των 9 με 11 ετών τα όνειρα των παιδιών μοιάζουν με τα όνειρα των ενηλίκων. Επίσης, στους κύκλους ύπνου των βρεφών καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι γενετικοί παράγοντες, ενώ και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες φαίνεται να επιδρούν σε κάποιον βαθμό.
Βιβλιογραφία:
- Feldman, S. R. (2019). Αναπτυξιακή Ψυχολογία: Δια Βίου Προσέγγιση. Gutenberg.
- Sandor, P., Szakadat, S., Kertesz, K., & Bodizs, R. (2015). Content Analysis of 4 to 8 Year-Old Children’s Dream Reports. Frontiers in Psychology, 6, 534. Doi: 10.3389/fpsyg.2015.00534.
- Tham, E. KH., Schneider, N., & Broekman, B. FP. (2017). Infant Sleep and Its Relation with Cognition and Growth: A Narrative Review. Nature and Science of Sleep, 9, 135-149. Doi: 10.2147/NSS.S125992.
- Wielek, T., Del Giudice, R. D., Lang, A., Wislowska, M., Ott, P., & Schabus, M. (2019). On the Development of Sleep States in the First Weeks of Life. PLoS One, 14(10), e0224521. Doi: 10.1371/journal.pone.0224521.
Αρχισυνταξία και επιμέλεια άρθρου: Πατσαρούχα Παρή






