in , , , ,

Νοητική Υστέρηση: ορισμός και αιτιοπαθογένεια


Τί εννοούμε όταν αναφερόμαστε στον όρο «Νοητική Υστέρηση» ,και κυρίως, ποιοί είναι οι παράγοντες εκείνοι που οδηγούν στην γέννηση ενός παιδιού με Νοητική Υστέρηση;

Ως Νοητική Υστέρηση ορίζεται η νοητική λειτουργία του ατόμου σημαντικά κάτω του Μέσου Όρου(<70),που συνυπάρχει με δυσχέρειες στην προσαρμοστική του ικανότητα,όπως αυτή νοείται βάσει του εκάστοτε πολιτισμικού πλαισίου,και εκδηλώνεται κατα την περίοδο της ανάπτυξης.Ο επιπολασμός της στον γενικό πληθυσμό κυμαίνεται στο 3%,ενώ τα 2/3 των ανθρώπων που εμφανίζουν τη διαταραχή ανήκουν στο αρσενικό φύλο.

Σύμφωνα με το DSM-IV,τα κριτήρια που πρέπει να πληροί ένα παιδί για να διαγνωστεί με Νοητική Υστέρηση,είναι τα εξής:

Α)Νοητική λειτουργία σημαντικά κατώτερη από το μέσο όρο(<70).

Β)Έκπτωση της προσαρμοστικής λειτουργίας(δηλ.του πόσο αποτελεσματικά ανταποκρίνεται το άτομο στις περιβαλλοντικές απαιτήσεις με πολιτισμικά αποδεκτό τρόπο) σε δύο τουλάχιστον από τους παρακάτω τομείς:επικοινωνία,αυτοεξυπηρέτηση,διαβίωση στο σπίτι,κοινωνικές και διαπροσωπικές δεξιότητες,χρήση κοινοτικών πηγών,αυτονομία,λειτουργικές σχολικές δεξιότητες,εργασία,ελεύθερος χρόνος,υγεία και ασφάλεια.

Γ)Έναρξη των συμπτωμάτων πριν την ηλικία των 18 ετών.

Παλαιότερα,χρησιμοποιούνταν ταξινομικά συστήματα με υποτιμητική ορολογία(πχ.μωρία,ιδιωτεία) ή χαρακτηρισμοί των ατόμων με Νοητική Υστέρηση ως “ασκήσιμα”,”εκπαιδεύσιμα” ή ”ανεπίδεκτα εκπαίδευσης”,τα οποία σήμερα δεν εμφανίζονται στη διεθνή ορολογία,καθώς ενισχύουν την στιγματοποίηση και την κοινωνική περιθωριοποίηση που συχνά βιώνουν οι άνθρωποι με Νοητική Υστέρηση.

Η σύγχρονη ταξινόμηση της Νοητικής Υστέρησης,σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας,έχει ως εξής:

Α)Ελαφρά Νοητική Υστέρηση:Εκδηλώνεται στο 85% του πληθυσμού των ατόμων με Νοητική Υστέρηση,με σχετικό Δείκτη Νοημοσύνης(ΔΝ) να κυμαίνεται στο 67-52.Αναπτύσσονται κοινωνικές και επικοινωνιακές δεξιότητες στην προσχολική ηλικία,ενώ απαιτείται μικρή βοήθεια και εποπτεία στην διαβίωση.Φτάνουν μέχρι το επίπεδο της ΣΤ’ Δημοτικού και εκπαιδεύονται σε ειδικά σχολεία.

Β)Μέτρια Νοητική Υστέρηση:Εκδηλώνεται στο 10% του πληθυσμού,με ΔΝ 51-36.Οι επικοινωνιακές δεξιότητες αναπτύσσονται στην προσχολική ηλικία.Τα άτομα φτάνουν σε επίπεδο Β’Δημοτικού και εκπαιδεύονται σε ημερήσια κέντρα εκπαίδευσης.Δυσκολεύονται στην αυτοεξυπηρέτηση και μπορούν να ζήσουν και να εργαστούν σε προστατευόμενα περιβάλλοντα.

Γ)Σοβαρή Νοητική Υστέρηση:Εκδηλώνεται στο 3-4% του πληθυσμού,με ΔΝ 35-20.Στοιχειώδεις γνώσεις ομιλίας και αυτοεξυπηρέτησης αναπτύσσονται στα σχολικά χρόνια.Τα άτομα μπορούν να εκπαιδευτούν σε ημερήσια κέντρα εκπαίδευσης και να εκτελούν απλές εργασίες με εποπτεία.

Δ)Βαριά Νοητική Υστέρηση:Εκδηλώνεται στο 1-2% του πληθυσμού,με ΔΝ<20.Τα άτομα είναι πλήρως εξαρτώμενα,χρειάζονται διαρκή εποπτεία και αποκτούν δεξιότητες επικοινωνίας και αυτοεξυπηρέτησης έπειτα από μακροχρόνια εκπαίδευση.Είναι πιθανή και η συννοσηρότητα με ασθένειες του νευρολογικού συστήματος.

Στο σημείο αυτό,αξίζει να σημειωθεί ότι τα άτομα με ΔΝ 75-68 εντάσσονται στην κατηγορία της “Oριακής Νοημοσήνης και όχι της Νοητικής Υστέρησης,και μπορούν να εκπαιδεύονται σε γενικά σχολεία με προσοχή και εποπτεία.

Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση και την ταξινόμηση της Νοητικής Υστέρησης ποικίλουν, από κοινωνικά κριτήρια της ευχέρειας του ατόμου στο περιβάλλον και της ικανότητας πρόσκτησης γνωστικών δεξιοτήτων,έως βιολογικά κριτήρια(γενετικοί παράγοντες) και ψυχομετρικά(τεστ νοημοσύνης),που ειναι και τα δημοφιλέστερα.

Η Νοητική Υστέρηση οφείλεται τόσο σε γενετικούς,όσο και σε περιβαλλοντικούς παράγοντες,συμπεριλαμβανομένης και της σοβαρής κοινωνικοπολιτισμικής ένδειας.Οι γενετικοί παράγοντες ειδικά διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο,καθώς η νοημοσύνη προσδιορίζεται γενετικά σε ποσοστό 45-80%.Τα αίτια της διαταραχής μπορούν να χωριστούν σε ιδιοπαθή και δευτεροπαθή.Στα ιδιοπαθή ανήκει η υψηλή κληρονομικότητα,σε ποσοστό που αγγίζει το 50% των περιπτώσεων,ενω,στα δευτεροπαθή, η Νοητική Υστέρηση είναι αποτέλεσμα κάποιας γνωστής νόσου ή κατάστασης(πχ,χρωμοσωμικές ανωμαλίες,τρισωμία 21 κλπ),και εδώ ανήκουν οι γενετικές ανωμαλίες(25%),οι προγεννητικές και μεταγεννητικές λοιμώξεις(20%) και τα πρόωρα τραύματα ή ο πρόωρος τοκετός σε ποσοστό 5%.

Η πλειοψηφία των παιδιών με Νοητική Υστέρηση παρακολουθεί το σχολικό πρόγραμμα με εξατομικευμένη βοήθεια.Πλέον σημαντικό κομμάτι της εκπαίδευσής τους θεωρείται  η διδασκαλία των προσαρμοστικών δεξιοτήτων με τη  θέσπιση μακροπρόθεσμων στόχων και την  ανάλυσή τους σε μικρά βήματα(επικοινωνία,αυτοεξυπηρέτηση,υγεία,ασφάλεια,οικιακές εργασίες,κοινωνικές δεξιότητες,ανάγνωση,γραφή και βασικά μαθηματικά). Η εκπαίδευσή τους υποστηρίζεται και από λογοθεραπευτική,εργοθεραπευτική και ιατρική αρωγή,στους τομείς της ομιλίας,της κινητικότητας και της διασφάλισης της υγείας.Τέλος,κρίνεται αναγκαία η συνεχής και εποικοδομητική συνεργασία γονέων και εκπαιδευτικών και φυσικά και των κοινοτικών δομών και οργανισμών, οι οποίες συμβάλλουν σημαντικά στην καταπολέμηση του κοινωνικού στίγματος και στην θέσπιση ίσων ευκαιριών στην υγεία,την παιδεία και την εργασία για όλους τους ανθρώπους,ανεξαρτήτως των ιδιαιτεροτήτων τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μαριδάκη-Κασσωτάκη, Α. (2005). Δυσκολίες Μάθησης:Ψυχοπαιδαγωγική προσέγγιση. Αθήνα:Ελληνικά Γράμματα.

Παπαδάτος, Γ. (2010). Ψυχικές διαταραχές και μαθησιακές δυσκολίες παιδιών και εφήβων. Αθήνα:Gutenberg.

What do you think?

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Περιβαλλοντική ψυχολογία: ψυχολογία χρωμάτων και η θεραπευτική δύναμη της φύσης

Ψtalk: “Η 7χρονη κόρη μου δε θέλει να πάει στο σχολείο και λέει ότι τη βαράνε.”