in ,

Μύθοι και Αλήθειες για την Ψυχική Ασθένεια: Καταπολεμώντας το στίγμα


Η ψυχική νόσος από τον Μεσαίωνα χαρακτηριζόταν από άγνοια, δεισιδαιμονίες και βασανιστήρια των ψυχικά ασθενών. Υπήρχε και υπάρχει το στίγμα των ψυχικά νοσούντων αλλά και των οικογενειών τους. Ας μην ξεχνάμε παραδείγματα, όπως το Ψυχιατρείο της Λέρου, όπου οι ψυχικά ασθενείς ήταν σαν΄΄ζωντανοί-νεκροί΄΄, αποκομμένοι και ξεχασμένοι από τις οικογένειες τους και την υπόλοιπη κοινότητα.

Παρόλο τις προσπάθειες, που έγιναν με την ψυχιατρική μεταρρύθμιση για αποασυλοποίηση και αποστιγματισμό των ψυχικά ασθενών και φροντίδας τους εντός της κοινότητας, υπάρχει ακόμα το κοινωνικό στίγμα, τα στερεότυπα και οι διακρίσεις για τους ψυχικά ασθενείς και τον περίγυρο τους. Ιδιαίτερα στην ελληνική κοινωνία, που έχει αποδειχθεί πως ένα μεγάλο μέρος υποστηρίζει ρατσιστικές πρακτικές και στερεότυπα για κάθε τι διαφορετικό, το στίγμα της ψυχικής ασθένειας είναι δύσκολο να καταρριφθεί.

Στίγμα σημαίνει κηλίδα, λεκές, σημάδι. Μεταφορικά χρησιμοποιείται, για να δηλώσει τον υποτιμητικό χαρακτηρισμό που αποδίδεται σε κάποιον και είναι δύσκολο να απαλλαχθεί από αυτόν. Είναι η ηθική απαξίωση που συνοδεύει κάποιον οριστικά. Το στίγμα της ψυχικής ασθένειας, ίσως, είναι από τα πιο σκληρά. Μειώνει την αυτοεκτίμηση του πάσχοντος, δημιουργεί προβλήματα στις οικογενειακές και διαπροσωπικές σχέσεις, μειώνει την δυνατότητα εύρεσης εργασίας και στέγης, στερεί το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή και της πρόσβασης σε αγαθά και υπηρεσίες. Με άλλα λόγια, το στίγμα έχει τέσσερα συστατικά:

1) Αποδίδουμε σε κάποιον μια ετικέτα, έναν χαρακτηρισμό.

2) Δημιουργούμε στερεότυπα, αρνητικές σκέψεις που αποδίδονται αυθαίρετα σε ομάδες ατόμων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

3) Διαχωρίζουμε τους εαυτούς μας σε αυτούς που ανήκουν στην ομάδα των φυσιολογικών, στους υγιείς από τους ΄΄άλλους΄΄ που είναι άρρωστοι, μη φυσιολογικοί.

4) Προβαίνουμε σε διακρίσεις, αρνητικές και άδικες πράξεις, ενάντια σε όσους έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά.

Ας δούμε, λοιπόν, μερικούς από τους κυρίαρχους μύθους που στιγματίζουν τους ψυχικά ασθενείς.

Μύθος 1:

Οι ψυχικά ασθενείς είναι βίαιοι και επικίνδυνοι, ιδιαίτερα όσοι πάσχουν από σχιζοφρένεια.

Αλήθεια:

 Ίσως ο πιο διαδεδομένος μύθος για την ψυχική ασθένεια που έχει οδηγήσει πολλούς ψυχικά ασθενείς στον εγκλεισμό. Η τάση να θεωρούμε πως υπάρχει μια συγκεκριμένη,΄΄κανονική΄΄, ΄΄φυσιολογική΄΄ συμπεριφορά, κοινωνικά καθορισμένη για κάθε περίσταση και η ανάγκη για ασφάλεια οδηγεί να εκλαμβάνουμε την απρόβλεπτη συμπεριφορά των ψυχικά ασθενών, ως απειλητική για εμάς ή τους εαυτούς τους.

Επίσης, το πλήθος ασαφών και μη επιστημονικών πληροφοριών που είναι διαδεδομένες για την ψυχική υγεία και τους ψυχικά ασθενείς, έχει παγιώσει την άποψη πως ΄΄Ο ψυχικά πάσχων είναι δυνητικά επικίνδυνος΄΄.

Έπειτα, μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την επικράτηση αυτής της εσφαλμένης πεποίθησης έχουν τα ΜΜΕ. Σε ειδεχθή εγκλήματα ο δράστης παρουσιάζεται άμεσα ή έμμεσα, ως ψυχικά άρρωστος. Το γεγονός πως η ελληνική νομοθεσία εξασφαλίζει ευνοϊκότερη μεταχείριση σε ψυχικά ασθενείς, δίνει την δυνατότητα σε πολλούς δράστες εγκλημάτων να το εκμεταλλευτούν και να ισχυριστούν υποτιθέμενη ψυχική ασθένεια. Ακόμη, η τάση να πιστεύουμε πως το κακό δεν είναι κομμάτι της ανθρώπινης φύσης μας κάνει να θεωρούμε πως τα βίαια εγκλήματα διαπράττονται από ψυχικά άρρωστους ανθρώπους.

Επιπροσθέτως, οι στατιστικές δείχνουν πως οι ψυχικά ασθενείς έχουν τις ίδιες πιθανότητες με τον γενικό πληθυσμό να διαπράξουν κάποιο έγκλημα. Τα άτομα με σχιζοφρένεια εμφανίζουν ελαφρά αυξημένους δείκτες για εγκλήματα βίας. Αυτό, όμως, οφείλεται σε μη λήψη της φαρμακευτικής αγωγής, μη καταλληλότητας της θεραπείας και στην έλλειψη αποδοχής και στήριξης. Όπως και στον γενικό πληθυσμό, τα άτομα που έχουν δεχθεί βία έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν βίαια, συνεπώς πρέπει να σκεφτούμε την βία που έχουν υποστεί οι ψυχικά ασθενείς, με αποτέλεσμα να γίνουν επιθετικοί.

Τέλος, φαίνεται πως οι ψυχικά πάσχοντες γίνονται συχνότερα επικίνδυνοι για τον ίδιο τους τον εαυτό, είτε άμεσα μέσω αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών, είτε έμμεσα με την αυτοπαραίτηση τους.

Μύθος 2:

Τα άτομα με ψυχικές διαταραχές έχουν νοητική υστέρηση και είναι λιγότερο έξυπνα.

Αλήθεια:

Στην πραγματικότητα, οι ψυχικές διαταραχές εμφανίζονται σε όλα τα άτομα ανεξαρτήτως του νοητικού τους επιπέδου.

Μύθος 3:

Οι ψυχικές διαταραχές είναι αποτέλεσμα ατομικών και προσωπικών αδυναμιών, ενώ η αναζήτηση βοήθειας από ειδικό για την αντιμετώπιση τους, είναι δείγμα προσωπικής αποτυχίας.

Αλήθεια:

 Δεν υπάρχει καμία επιστημονική εξήγηση που να συνδέει την εμφάνιση ψυχοπαθολογίας με τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του ατόμου. Σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις, μπορεί μια διαταραχή στην ανάπτυξη της προσωπικότητας να λειτουργήσει ως προδιαθεσιακός παράγοντας στην εμφάνιση κάποιας ψυχιατρικής νόσου. Όμως, η ψυχιατρική επιστήμη υποστηρίζει την αλληλεπίδραση βιολογικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραγόντων για την εμφάνιση συμπτωμάτων ψυχοπαθολογίας.

Επιπλέον, η αναζήτηση βοήθειας από ειδικό ψυχικής υγείας για την αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών είναι απαραίτητη. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας του νοσούντος και της οικογένειας του. Αντίθετα, δείχνει έναν δυνατό και υπεύθυνο χαρακτήρα. 

 Δεν θα πρέπει να αγνοούμε το πρόβλημα, χρειάζεται ένα κατάλληλο θεραπευτικό πλάνο και υποστήριξη από το περιβάλλον του ασθενούς, ώστε να εξελιχθεί όσο το δυνατόν καλύτερα η ψυχική νόσος.

Μύθος 4:

Η ψυχική ασθένεια είναι ανίατη και ο ψυχικά ασθενής ανεύθυνος για τις πράξεις του.

Αλήθεια:

 Με την ανακάλυψη δραστικών βιολογικών θεραπειών η πλειοψηφία των ψυχικά ασθενών ανακτούν ένα σημαντικό μέρος της λειτουργικότητας τους, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει πλήρης ίαση. Η κατάλληλη και έγκαιρη θεραπεία είναι το σημαντικότερο για την πορεία της ψυχικής νόσου.

Έπειτα, όσον αφορά την ανευθυνότητα των ψυχικά ασθενών, μόνο σε βαριές περιπτώσεις μπορεί να επηρεαστεί η κρίση του ασθενούς, αν διακόψει την φαρμακευτική αγωγή ή υποτροπιάσει, όμως, και τότε πρόκειται για παροδική κατάσταση.

Μύθος 5:

Η ψυχική ασθένεια είναι βιολογική και κληρονομική.

Αλήθεια:

Η αναζήτηση της αιτίας των προβλημάτων είναι συχνή σε όλους τους επιστημονικούς τομείς και ιδιαίτερα στην Ιατρική. Πολλές φορές έχουν γίνει έρευνες, ώστε να βρεθεί η βιολογική βάση των ψυχικών διαταραχών, με απώτερο σκοπό να βρεθεί κάποια φαρμακευτική αγωγή που θα βοηθήσει όσους υποφέρουν. Όμως, ο άνθρωπος είναι ένα πολυδιάστατο ον και, συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει μια μονοδιάστατη ερμηνεία για ολόκληρο το ανθρώπινο είδος. Οι βιολογικές ερμηνείες μπορούν να βοηθήσουν στην ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά η εμφάνιση ψυχιατρικών διαταραχών έχει να κάνει με την αλληλεπίδραση οργανισμού (βιολογική βάση), εμπειρίας (κοινωνικής βάσης),ιδιοσυγκρασίας (ψυχολογικής βάσης) και περιστάσεων σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο. Με άλλα λόγια, η αποθέωση της εξάρτησης της ασθένειας από κάποια οργανική βλάβη είναι ιατροκεντρική και αντιμετωπίζει την θεραπεία και αξιολόγηση της ψυχικής ασθένειας μεριστικά και αποσπασματικά, συμβάλλοντας στον αποκλεισμό τμημάτων του πληθυσμού από το δικαίωμα της προσωπικότητας.

Μπορεί η πίστη, πως υπάρχει ένα γονίδιο που θα οδηγήσει ή όχι στην εμφάνιση κάποιας ψυχικής διαταραχής, όπως για παράδειγμα σχιζοφρένειας ή κατάθλιψης, να μας κάνει να νιώθουμε περισσότερο ασφαλείς, όμως στην πραγματικότητα η ψυχική διαταραχή δεν είναι γραμμένη στο DNA μας. Τέτοιες θεωρίες παρουσιάζονται συχνά στα ΜΜΕ, αλλά δεν έχουν καμία ιατρική και επιστημονική βάση.

 Στις ερμηνείες περί βιολογικής βάσης βασίστηκαν και οι θεωρίες περί κληρονομικότητας των ψυχικών διαταραχών. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν μπορούμε να μιλάμε για κληρονομικότητα αλλά για τρόπο διαβίωσης. Δηλαδή, ένα παιδί που έχει μεγαλώσει σε μια οικογένεια με κάποιο μέλος που είχε συμπτώματα ψυχοπαθολογίας και το τελευταίο δεν έλαβε την κατάλληλη θεραπεία, είναι πιθανό να εμφανίσει και το παιδί ως ενήλικας τα ίδια συμπτώματα λόγω του κακοποιητικού και παθολογικού περιβάλλοντος που μεγάλωσε, όχι εξαιτίας κάποιου γονιδίου που του κληρονομήθηκε αλλά επειδή έτσι έμαθε να συμπεριφέρεται. Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι στατιστικές είναι απλά αριθμοί και δεν προδιαγράφουν. Επομένως, οι ειδικοί ψυχικής υγείας θα πρέπει να καθησυχάζουν τα άτομα από το άγχος που τυχόν τα κατακλύζει ότι θα εμφανίσουν συμπτώματα ψυχικής διαταραχής εξαιτίας της κληρονομικότητας που φέρουν.

Μύθος 6:

Οι ψυχικές ασθένειες δεν είναι στην πραγματικότητα ασθένειες, όπως είναι οι οργανικές και σωματικές παθήσεις.

Αλήθεια:

Οι ψυχικές ασθένειες χρήζουν αντιμετώπισης, όπως ακριβώς και οι σωματικές παθήσεις, για παράδειγμα, ο διαβήτης ή τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Μάλιστα, έχει αποδειχθεί πως στην εμφάνιση ψυχικών διαταραχών συμβάλλουν γενετικοί, βιολογικοί και ψυχοκοινωνικοί παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να αντιμετωπιστούν. Άλλωστε, η υγεία του ανθρώπου ορίζεται από την απουσία οποιουδήποτε σωματικού συμπτώματος αλλά και ψυχικής δυσφορίας που παρεμποδίζει την κοινωνική του ευημερία. Δεν μπορεί να υπάρξει υγεία χωρίς ψυχική υγεία.

Μύθος 7:

Οι ψυχικές διαταραχές εμφανίζονται σε μικρό μέρος του πληθυσμού.

Αλήθεια:

Σύμφωνα με τις επιδημιολογικές μελέτες, οι ψυχικές ασθένειες δεν είναι σπάνιες, αλλά εμφανίζονται στο 20του πληθυσμού. Επιπλέον, μπορεί να εκδηλωθούν ανεξαρτήτως κοινωνικό-οικονομικής κατάστασης, μόρφωσης, φυλής.

Μύθος 8:

Για τις ψυχικές ασθένειες ευθύνονται οι γονείς και η κακή διαπαιδαγώγηση.

Αλήθεια:

Η πεποίθηση αυτή δεν έχει καμία απολύτως επιστημονική βάση και δεν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που να την τεκμηριώνουν. Προκαλεί ενοχές, ντροπή και αρνητικά συναισθήματα στους γονείς και γενικότερα στο οικογενειακό περιβάλλον του ψυχικά ασθενούς καθώς σκέφτονται τι μπορεί να έκαναν λάθος στην ανατροφή του ψυχικά ασθενή. Απομονώνει τις οικογένειες των ψυχικά πασχόντων από την κοινωνική ζωή και τους καθιστά αρνητικούς προς την αναζήτηση βοήθειας από κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας.

Μύθος 9:

Η θέση των ψυχικά ασθενών είναι στα Νοσοκομεία και στις Ψυχιατρικές Κλινικές.

Αλήθεια:

Η νοσηλεία και ο εγκλεισμός των ψυχικά ασθενών ενδείκνυται μόνο σε περιπτώσεις όπου ο πάσχων δεν είναι σε θέση να συνεργαστεί με τους ειδικούς, όταν υπάρχει κίνδυνος να βλάψει τον εαυτό του και όταν δεν υπάρχει υποστηρικτικό περιβάλλον. Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, ο εγκλεισμός επιβαρύνει την πορεία της ψυχικής ασθένειας και συμβάλλει στον περαιτέρω κοινωνικό στιγματισμό των ψυχικά ασθενών. Η θεραπεία των ψυχιατρικών διαταραχών στην κοινότητα έχει αποδειχθεί πως έχει θετικά αποτελέσματα.

Μύθος 10:

Ο ασθενής με σχιζοφρένεια είναι διχασμένη προσωπικότητα και δεν μπορεί να θεραπευτεί.

Αλήθεια:

Πολλές φορές συγχέεται η σχιζοφρένεια με την <<διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας>>. Η σχιζοφρένεια, όμως, πρόκειται για διαταραχή του εγκεφάλου και προκαλεί διαταραχές στην σκέψη και το συναίσθημα του ατόμου. Μερικά συμπτώματα αυτής είναι οι ψευδαισθήσεις, οι παραληρητικές ιδέες και η κοινωνική απόσυρση. Με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και τις ψυχοκοινωνικές θεραπείες το άτομο μπορεί να είναι σε ένα ικανοποιητικό βαθμό, λειτουργικό στην καθημερινή του ζωή.

Μύθος 11:

Τα άτομα με κατάθλιψη θα μπορούσαν να απαλλαγούν από τα συμπτώματα αν το ήθελαν πραγματικά.

Αλήθεια:

Η κατάθλιψη προκαλείται από αλλαγές στην δραστηριότητα του εγκεφάλου και το άτομο μπορεί να απαλλαγεί από τα συμπτώματα μόνο με την κατάλληλη φαρμακοθεραπεία και ψυχοθεραπεία.

Μύθος 12:

Τα άτομα με σοβαρές ψυχικές νόσους, όπως η σχιζοφρένεια, δεν μπορούν να εργαστούν.

Αλήθεια:

Τα άτομα με σοβαρές ψυχικές ασθένειες μπορούν να εργαστούν και μάλιστα μελέτες έχουν δείξει τα πολλά οφέλη της εργασιοθεραπείας σε τέτοιου βαθμού ψυχικές ασθένειες, όπως είναι και η σχιζοφρένεια.

Μύθος 13:

Η κατάθλιψη είναι φυσιολογική στους ηλικιωμένους.

Αλήθεια:

Πολλές φορές στους ηλικιωμένους δεν δίνεται η διάγνωση της κατάθλιψης. Δεν πρόκειται, όμως, για φυσιολογική κατάσταση. Τα συμπτώματα κατάθλιψης στους ηλικιωμένους είναι η έλλειψη ενδιαφέροντος για καθημερινές δραστηριότητες, οι διαταραχές ύπνου, όρεξης και μνήμης, ο αρνητισμός και τα ξεσπάσματα θυμού. Είναι σημαντικό το οικογενειακό περιβάλλον να αναγνωρίσει το πρόβλημα και να ζητήσει βοήθεια.

Μύθος 14:

Η κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές δεν εμφανίζονται στα παιδιά και στους εφήβους. 

Αλήθεια:

Τα παιδιά και οι έφηβοι μπορεί να εμφανίσουν σοβαρές ψυχικές διαταραχές και αν δεν αναγνωριστούν και αντιμετωπιστούν έγκαιρα να οδηγηθούν ακόμα και στην αυτοκτονία. Οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από την αυτοκτονία και τον αυτοκτονικό ιδεασμό πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν.

Μύθος 15:

Τα άτομα που κάνουν χρήση τοξικών ουσιών είναι αδύναμα και έχουν έλλειψη αυτοελέγχου και αυτοκυριαρχίας. Είναι προσωπική τους επιλογή.

Αλήθεια:

Η χρήση ουσιών σχετίζεται με βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Δεν έχει να κάνει με τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του ατόμου.

Μύθος 16:

Η ηλεκτροσπασμοθεραπεία, γνωστή ως ηλεκτροσόκ, είναι επίπονη και βάρβαρη.

Αλήθεια:

Η ηλεκτροσπασμοθεραπεία γίνεται σε βαριές περιπτώσεις κλινικής κατάθλιψης, όταν τα συμπτώματα δεν υποχωρούν με άλλες μορφές θεραπείας, όπως φαρμακοθεραπεία και ψυχοθεραπεία. Στα άτομα που λαμβάνουν αυτού του είδους την θεραπεία, πλέον στην σύγχρονη ιατρική, χορηγείται αναισθησία και δεν πονάνε κατά την διάρκεια αυτής. Μάλιστα, φαίνεται να έχει θετικά αποτελέσματα.

Μύθος 17:

Οι ψυχίατροι δίνουν πάντα φαρμακευτική αγωγή, ενώ η ψυχοθεραπεία γίνεται αποκλειστικά από ψυχολόγους.

Αλήθεια:

Στην οικογένεια των επαγγελμάτων ψυχικής υγείας ανήκουν πολλοί επαγγελματίες, όπως ψυχολόγοι, ψυχίατροι, κοινωνικοί λειτουργοί, ειδικοί νοσηλευτές, λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές κλπ. Την ψυχοθεραπεία μπορεί να την εξασκήσει οποιοσδήποτε ειδικός ψυχικής υγείας έχει λάβει περαιτέρω, εξειδικευμένη εκπαίδευση σε αυτή. Υπάρχουν πολλά είδη ψυχοθεραπείας και θα πρέπει το κάθε άτομο να λάβει αυτή που είναι κατάλληλη για την ψυχική διαταραχή που αντιμετωπίζει.

 Όμως, το στίγμα για την ψυχική ασθένεια και τους ψυχικά ασθενείς αναπαράγεται και μέσω του θεσμικού ρατσισμού. Με άλλα λόγια, στην διαιώνιση του στίγματος συμβάλλουν οι επαγγελματίες και οι φορείς παροχής υπηρεσιών υποστήριξης και φροντίδας ψυχικά ασθενών.

Σύμφωνα με τις αρχές δεοντολογίας των επαγγελμάτων ψυχικής υγείας, σημαντικές είναι οι αρχές της ισότητας, της ισονομίας, της μη αποδοχής των διακρίσεων, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και του σεβασμού της αξιοπρέπειας των χρηστών των υπηρεσιών κοινωνικής προστασίας και αρωγής. Όμως, πολλές φορές η ελλιπής ή ανεπαρκής εκπαίδευση του προσωπικού των ιδιωτικών και μη κερδοσκοπικών οργανισμών κοινωνικής μέριμνας οδηγεί στην μη τήρηση των αρχών αυτών και στον στιγματισμό των χρηστών των υπηρεσιών και των οικογενειών τους. Μάλιστα, πολλές φορές το προσωπικό δεν έχει καμία επιστημονική κατάρτιση. Επίσης, ένας άλλος παράγοντας που συμβάλλει στον θεσμικό ρατσισμό είναι οι εργασιακές συνθήκες. Ανασφάλεια και ανεπαρκείς μισθοί δεν ευνοούν την τήρηση σωστής δεοντολογικής στάσης εκ μέρους του προσωπικού.

 Τα ελλείμματα αυτά, όμως, δεν περιορίζονται μόνο στον ιδιωτικό τομέα, αλλά παρατηρούνται και στον δημόσιο τομέα, εξαιτίας της εργασίας με συμβάσεις έργου και περιορισμένου χρόνου, όπως επίσης και εξαιτίας του πελατειακού συστήματος προσλήψεων.

Επιπλέον, στιγματιστικοί είναι πολλές φορές και οι όροι που χρησιμοποιούν οι επαγγελματίες για να ορίσουν την διάγνωση των ψυχικών διαταραχών. Δεν πρέπει η θεραπεία να ξεκινά από την διάγνωση του ειδικού, χρειάζεται το άτομο να αντιμετωπίζεται συνολικά και να λαμβάνονται υπόψιν οι προσωπικές και μοναδικές του ανάγκες και εμπειρίες. Η διάγνωση δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σαν μια ετικέτα που ακολουθεί το άτομο αλλά σαν ένα μέσο να επικοινωνήσουν οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας στο πλαίσιο μιας κοινής γλώσσας. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως η διάγνωση έχει υποκειμενική φύση καθώς γίνεται από τον ειδικό ψυχικής υγείας, με βάση τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM(Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders), και όχι με κάποια αντικειμενική εξέταση.

 Το στίγμα, λοιπόν, των ψυχικών ασθενών έχει τεράστιες επιπτώσεις, τόσο για τους ίδιους, όσο και για τις οικογένειες τους. Αρχικά, τα άτομα με ψυχικές διαταραχές αντιμετωπίζουν προβλήματα στέγασης καθώς οι ιδιοκτήτες αρνούνται να μισθώνουν τα σπίτια τους σε ψυχικά ασθενείς, ενώ δεν είναι λίγα τα περιστατικά όπου διάφοροι ξενώνες ψυχικά ασθενών έχουν αναγκαστεί να κλείσουν, εξαιτίας της άρνησης της γειτονιάς να τους δεχθούν. Το ίδιο συμβαίνει και με τους εργοδότες επιχειρήσεων που αρνούνται να δώσουν εργασία σε ψυχικά ασθενή αγνοώντας τις ικανότητες του.

Ένα ακόμα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ψυχικά ασθενείς, λόγω του κοινωνικού στίγματος, είναι η κοινωνική απομόνωση. Βιώνουν ντροπή και αρνητικά συναισθήματα, με αποτέλεσμα να περιορίζουν τις κοινωνικές επαφές και να απομακρύνονται από φίλους και συγγενείς. Εσωτερικεύουν το στερεότυπο του ΄΄ανήμπορου΄΄ και΄΄άχρηστου΄΄, νιώθουν ματαίωση και απογοήτευση και κλείνονται στον εαυτό τους, πράγμα που επηρεάζει αρνητικά την πορεία της νόσου.

 Η κοινωνική απομόνωση παρατηρείται, επίσης, και από την οικογένεια των ψυχικά ασθενών, οι οποίοι νιώθουν ενοχές και ντροπή. Μάλιστα, η οικογένεια του ψυχικά ασθενή βιώνει το μεγαλύτερο συναισθηματικό βάρος καθώς, εκτός από την φροντίδα του δικού τους ανθρώπου που υποφέρει από τα συμπτώματα της νόσου του, έχει να αντιμετωπίσει και το στίγμα, τις διακρίσεις και τις προκαταλήψεις των γύρο.

Ας δούμε, λοιπόν, τι μπορούμε να κάνουμε για να καταπολεμήσουμε το στίγμα της ψυχικής ασθένειας.

Αρχικά, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ο ρατσισμός και το στίγμα που ξεκινά από τους φορείς παροχής φροντίδας στους ψυχικά ασθενείς. Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας θα πρέπει να γνωρίζουν και να δεσμεύονται στις αρχές δεοντολογίας για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Χρειάζεται να αναγνωρίζουν τον ρόλο του θεσμικού ρατσισμού και να δρουν με σκοπό την μείωση της επίδρασης του. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με εποπτεία, συμβουλευτική, εκπαίδευση, αξιολόγηση, ανάπτυξη κοινωνικής και πολιτικής δράσης. Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας θα πρέπει να έχουν ως βασικό στόχο την ενίσχυση της αλλαγής εντός των οργανισμών και της κοινωνίας.

Ο θεσμικός ρατσισμός μπορεί να έχει πολλές μορφές, να είναι άμεση ρατσιστική επίθεση ή έμμεση και να εκφράζεται μέσω της μικροεπιθετικότητας και των μικροανισοτήτων. Για παράδειγμα, μη αναγνώριση σεβασμού σε ανθρώπους συγκεκριμένων ομάδων, σχόλια, ανάθεση συγκεκριμένων εργασιών, τόνος της φωνής, <<αποτυχία>> αναγνώρισης σε κοινωνικές συναναστροφές. Όλα αυτά είναι μικροανισότητες.

Για να αντιμετωπιστούν όλες οι μορφές θεσμικού ρατσισμού, χρειάζεται προσωπική και επαγγελματική ανάπτυξη, μέσω της δια βίου μάθησης και εκπαίδευσης, ανάπτυξη διαπροσωπικής ικανότητας και συνεργασίας για την ανάδειξη θεμάτων θεσμικού ρατσισμού, αναγνώριση και δέσμευση των οργανισμών κοινωνικής πρόνοιας για προώθηση της αλλαγής, κατανόηση των επιπτώσεων του θεσμικού ρατσισμού στους χρήστες των υπηρεσιών καθώς και συνηγορία υπέρ της δικαιοσύνης, της ισότητας και της επιείκειας στην λήψη αποφάσεων και τη διανομή των πόρων.

 Όσον αφορά τους εργοδότες των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας χρειάζεται να ακολουθούν μια σειρά διαδικασιών, ώστε να εξασφαλίζουν το σεβασμό της αξιοπρέπειας των ωφελούμενων των υπηρεσιών τους. Θα πρέπει να εφαρμόζουν διαφάνεια στην πρόσληψη κατάλληλου προσωπικού, να ελέγχουν τα ποινικά μητρώα των υποψηφίων για πρόσληψη, να παρέχουν σωστή πληροφόρηση για τις αρμοδιότητες του προσωπικού και την σχετική νομοθεσία, να εφαρμόζουν και να παρακολουθούν τις πολιτικές σχετικά με την εμπιστευτικότητα και την παροχή ίσων ευκαιριών, να παρέχουν εποπτεία του προσωπικού καθώς και δυνατότητες εκπαίδευσης, ανάπτυξης και συμμετοχής σε έρευνες.

 Στην συνέχεια, θα πρέπει να καταπολεμηθεί το στίγμα στην ευρύτερη κοινωνία. Χρειάζεται επαρκής ενημέρωση των πολιτών με έγκυρες και επιστημονικές πληροφορίες για την ψυχική νόσο, αντίδραση και αντίκρουση εσφαλμένων και στιγματιστικών αντιλήψεων που παρουσιάζουν τα ΜΜΕ, ενθάρρυνση της χρήσης θετικών εικόνων, όταν αναφερόμαστε στους ψυχικά ασθενείς, τονίζοντας πάντα πως η ψυχική νόσος μπορεί να αντιμετωπιστεί.

Επίσης, σημαντικό είναι να δίνεται έμφαση στις δυνατότητες και όχι στους περιορισμούς αυτών των ανθρώπων. Δεν θα πρέπει να εξισώνουμε το άτομο με την ασθένεια. Για παράδειγμα, αντί να λέμε ο΄΄σχιζοφρενής΄΄ θα μπορούσαμε να πούμε΄΄το άτομο που έχει σχιζοφρένεια΄΄. Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε παίζει καθοριστικό ρόλο στην αναπαραγωγή των προκαταλήψεων και των διακρίσεων.

Τέλος, οι ειδικοί ψυχικής υγείας θα πρέπει να μιλούν ανοιχτά για τα προβλήματα ψυχικής υγείας, ώστε να τα φέρουν στην επιφάνεια, βγάζοντας τα από τα κλειστά προσωπικά όρια. Με αυτό τον τρόπο, θα αποφασίσουν πολλά άτομα να μιλήσουν ανοιχτά και χωρίς ντροπή και ενοχές για το πρόβλημα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζουν.

Βιβλιογραφία:

  • Καραστέργιου, Κ., 2008. Υγεία. Στίγμα και ψυχική ασθένεια. Διαθέσιμο στη:Link [Ανακτήθηκε 14 Σεπτεμβρίου 2022].
  • Μαρτινάκη, Σ., & Μπουρίκος, Δ., 2019. Θεσμικός Ρατσισμός και Κοινωνική Εργασία: Μια Πρόσκληση Για Δράση. Κοινωνική Εργασία & Ψυχική Υγεία (σσ.321-327). Αθήνα: Εκδόσεις Βήτα.
  • Πολυζόπουλος, Ε., 2021. Ψυχιατρική. 15 Μύθοι και Αλήθειες για τις Ψυχικές Διαταραχές. Διαθέσιμο στη: Link [Ανακτήθηκε 14 Σεπτεμβρίου 2022].
  • ANIMA Care. Διαθέσιμο στη: Link [Ανακτήθηκε 14 Σεπτεμβρίου 2022].
  • Οι εικόνες ανακτήθηκαν από: pixabay.com

What do you think?

17 Points
Upvote Downvote

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Ψtalk: “Νιώθω τεράστια απογοήτευση και άγχος που πραγματικά είναι ανυπόφορο”

Ψtalk: “Έχω κατάθλιψη και δεν βρίσκω το θάρρος να ξεκινήσω ψυχοθεραπεία”