Εξαρτητική Διαταραχή Προσωπικότητας
Εξαρτητική Διαταραχή Προσωπικότητας

Εξαρτητική Διαταραχή Προσωπικότητας


Πολύ συχνά ακούμε τη φράση ” Αυτός είναι διαταραγμένος “.. τι σημαίνει όμως πραγματικά να πάσχει κάποιος από μια Διαταραχή Προσωπικότητας;! Τα άτομα που εμφανίζουν μια διαταραχή εκδηλώνουν έναν άκαμπτο τρόπο συμπεριφοράς ο οποίος αποκλίνει σημαντικά από αυτό που ορίζουμε ως “φυσιολογικό” και παρατηρείται σε τουλάχιστον 2 από τους ακόλουθους τομείς : σκέψη, συναίσθημα, διαπροσωπικές σχέσεις. Οι διαταραχές προσωπικότητας επηρεάζουν την λειτουργικότητα του ατόμου, δυσκολεύουν την προσαρμογή του και προκαλούν έντονη δυσφορία στην καθημερινότητά του. Ένας συνδυασμός παραγόντων ενοχοποιείται για την ανάπτυξή τους, όπως η γενετική προδιάθεση και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται. Μία από τις πιο συχνές διαταραχές προσωπικότητας είναι η Εξαρτητική.   Η Εξαρτητική Διαταραχή χαρακτηρίζεται από έντονη ανάγκη του ατόμου να βρίσκεται υπό την φροντίδα των σημαντικών άλλων και από υπερβολικό φόβο μήπως εγκαταλειφθεί. Εμφανίζεται με την ίδια συχνότητα και ένταση και στους άνδρες και στις γυναίκες. Η προσκόλληση, η υποταγή και η άνευ όρων αποδοχή των θέσεων και πράξεων των άλλων, διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή ενός εξαρτητικού ανθρώπου. Ταυτόχρονα, διακρίνεται από αυτο-αμφισβήτηση, έντονη απαισιοδοξία, δυσκολία λήψης αποφάσεων και αδυναμία διεκδίκησης. Όπως και στις υπόλοιπες διαταραχές, τα αίτια αποτελούν σύμπλεγμα βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων όπως η ιδιοσυγκρασία συνδυαστικά με το οικογενειακό μοντέλο μέσα στο οποίο διαμορφώνεται η προσωπικότητα του εκάστοτε ανθρώπου. Για παράδειγμα, παιδιά που εμφανίζουν Άγχος Αποχωρισμού κατά την παιδική ηλικία τείνουν να αναπτύσσουν τη συγκεκριμένη διαταραχή στην ενήλικη ζωή τους. Το βασικότερο ζήτημα που αντιμετωπίζουν τα άτομα αυτά όμως, είναι ότι συχνά μπορεί να γίνουν θύματα άλλων, καθώς είναι πρόθυμα να στραφούν εναντίον του εαυτού τους και να κάνουν δυσάρεστα πράγματα εις βάρος τους, προκειμένου να μη χάσουν την εύνοια των άλλων.

Αναφορικά με την κλινική εικόνα της διαταραχής, η εξάρτηση μεταφράζεται ως ανικανότητα να αντιμετωπίσει κάποιος τα ζητήματα της ζωής του ενώ ταυτόχρονα, κρύβει και μια υποβόσκουσα προσπάθεια να εξαγάγει μια υπόσχεση περίθαλψης και προστασίας από τους άλλους ανθρώπους. Πρόκειται για άτομο που ζητά συμβουλές και διαβεβαιώσεις ακόμα και για μικρά “ασήμαντα” ζητήματα, ενώ ποτέ δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και αφήνει τους άλλους να πάρουν την ευθύνη για τη ζωή του (επιλογή επαγγέλματος).  Προκειμένου να αποκτήσει την υποστήριξη που νιώθει πως χρειάζεται , μπορεί να προσφερθεί εθελοντικά να φέρει εις πέρας δυσάρεστα καθήκοντα, να εκπληρώσει παράλογες απαιτήσεις και να υποστεί λεκτική, σωματική ακόμη και σεξουαλική κακοποίηση. Είναι λογικό όλοι μας να αισθανόμαστε δυσφορία όταν δε λαμβάνουμε την υποστήριξη που επιζητούμε από το οικείο μας περιβάλλον, ωστόσο στο άτομο με εξαρτητική διαταραχή εκλείπουν οι κοινωνικές δεξιότητες που απαιτούνται για να έχει μια λειτουργική ζωή με υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις. Σύμφωνα με τη Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική προσέγγιση, οι δυσλειτουργικές σχέσεις με τους άλλους προκύπτουν λόγω μιας φοβισμένης ιδιοσυγκρασίας, καλυμμένης με προστατευτικά συναισθήματα που μεταλαμπαδεύουν οι γονείς στα παιδιά τους. Πιο συγκεκριμένα, οι αγχωτικοί και υπερπροστατευτικοί γονείς, αποθαρρύνουν την ανεξαρτησία με απόρροια το παιδί να γίνεται παθητικό, υποτακτικό και να διαμορφώνει υπό τους ίδιους όρους τις μελλοντικές του σχέσεις.  Συνήθως τα άτομα που πάσχουν από εξαρτητική διαταραχή προσωπικότητας, καθυστερούν να αναζητήσουν βοήθεια και όταν τελικά το κάνουν, ορόσημο αποτελεί μια στενή σχέση που μπορεί να έχει χαθεί ή η υποχρέωση επιτέλους να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Η θεραπεία δεν είναι εύκολη υπόθεση και απαιτεί υψηλό κίνητρο και δέσμευση. Η μεγαλύτερη κατάκτηση είναι να δουλέψει το άτομο τις κοινωνικές του δεξιότητες, να ενισχύσει την αυτοεκτίμηση και αυταποτελεσματικότητά του και να προάγει έναν πιο διεκδικητικό εαυτό. Ο θεραπευτής απ’ την πλευρά του, διερευνά τις παρελθοντικές σχέσεις του θεραπευόμενου  και διορθώνει μη ρεαλιστικές κρίσεις που έχει συνάψει για τον εαυτό του. Στόχος της θεραπείας είναι να αμβλυνθεί η εμμονική αναζήτηση φροντίδας, η αντικατάσταση των αρνητικών συναισθημάτων με θετικότερα και η αντοχή στη μοναχικότητα. Το να έχουμε λοιπόν μια “φυσιολογική” εξάρτηση είναι αναμενόμενο, άλλωστε γεννιόμαστε πλήρως εξαρτημένοι από άλλους. Στη συνέχεια της ζωής μας όμως, οι στενοί δεσμοί πρέπει να παραμένουν σε ασφαλές επίπεδο χωρίς να παρεμποδίζουν την ανάπτυξη της ενεργητικότητάς μας. Είναι γεγονός πως κάθε άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί σε μια καλύτερη ζωή, αν επιδεικνύει την ανάγκη προστασίας του με κατάλληλους και όχι καταναγκαστικούς τρόπους. Η εξαρτητική διαταραχή είναι εφικτό με την βοήθεια του θεραπευτή να αναδιαμορφωθεί και έτσι να προκύψει μια νέα προσωπικότητα, στοχαστική, σεβόμενη τις απόψεις των άλλων και με έναν ρόλο ηγετικό για την ζωή μας και όχι απλού παρατηρητή. Η συγκεκριμένη διαταραχή υπενθυμίζει πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η πρώτη σχέση μητέρας-βρέφους στην ανάπτυξη της ταυτότητας του παιδιού και της ψυχικής του δομής.

 

ΚοινοποίησηFacebookLinkedIn
Συμμετοχή στη συζήτηση

Archives

Categories