ΔΕΠΥ και υπερδιάγνωση: Μια σύγχρονη πραγματικότητα
Photo by Andrea Piacquadio in Pexels.com

ΔΕΠΥ και υπερδιάγνωση: Μια σύγχρονη πραγματικότητα

Τι είναι η ΔΕΠΥ;

Η ΔΕΠΥ ή διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, όπως είναι το πλήρες όνομά της, είναι μια νευρο-αναπτυξιακή διαταραχή που αφορά παγκοσμίως περίπου το 5% – 7.2% των νέων και το 2.5% – 6.7% των ενηλίκων, με τα ποσοστά να είναι σχετικά υψηλότερα στις ΗΠΑ. Τα περισσότερα παιδιά που πάσχουν από τη διαταραχή, θα συνεχίσουν να πορεύονται με αυτή (ή έστω με ορισμένα από τα συμπτώματά της) και κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής τους. Όταν αναφερόμαστε σε παιδιά, η αναλογία αγοριών-κοριτσιών κλίνει σαφώς προς τα αγόρια, ενώ στους ενήλικες βλέπουμε ότι επηρεάζονται σχεδόν εξίσου και τα δύο φύλα.

Η ΔΕΠΥ περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Άγγλο παιδίατρο Sir George Frederick Still το 1902 και η αρχική ταξινόμηση της διάγνωσης έδινε μεγαλύτερη έμφαση στα συμπτώματα της υπερκινητικότητας και της παρορμητικότητας. Αυτό που γνωρίζουμε για τις αιτίες εμφάνισης της ΔΕΠΥ είναι ότι προκαλείται από ένα συνδυασμό παραγόντων: γενετικών, νευρο-βιολογικών αλλά και περιβαλλοντικών, ενώ μελέτες δείχνουν πως είναι σε μεγάλο ποσοστό κληρονομική.

Σχετικά με την κλινική εικόνα της ΔΕΠΥ σύμφωνα με το DSM-5 (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders), κυριαρχεί από τη μία ο τύπος της ελλειμματικής προσοχής, στην οποία το άτομο που πάσχει συνηθίζει να αφαιρείται εύκολα, να χάνει τα πράγματά του και να ξεχνάει καθημερινές υποχρεώσεις και από την άλλη της υπερκινητικότητας και της παρορμητικότητας που εκφράζονται συχνά με υπερβολική ομιλία, νευρικά χτυπήματα άνω και κάτω άκρων στο έδαφος ή σε άλλες επιφάνειες, αλλά και αδυναμία παραμονής στην ίδια θέση για αρκετή ώρα.

Το ζήτημα της υπερδιάγνωσης

Σύμφωνα με τα δεδομένα στα οποία έχουν καταλήξει πολλές έρευνες, η ΔΕΠΥ συχνά υπερδιαγιγνώσκεται στα παιδιά και τους εφήβους, γεγονός που εγκυμονεί κινδύνους κυρίως για τα άτομα με πιο ήπια συμπτώματα, τα οποία είναι πιθανό να μην έχουν οφέλη από τη θεραπεία που μπορεί να εφαρμοστεί σε περίπτωση διάγνωσής τους. Είναι αλήθεια πως τα τελευταία χρόνια ακούμε αρκετά συχνά ανθρώπους να δηλώνουν πως τους έχει δοθεί διάγνωση για ΔΕΠΥ από κάποιον ειδικό ή ακόμα και να χρησιμοποιούν αλόγιστα τον όρο για να περιγράψουν συμπτωματολογία ή και χαρακτηριστικά της προσωπικότητας τους, τα οποία λανθασμένα θεωρούν ότι ταυτίζονται με την κλινική εικόνα της ΔΕΠΥ. Ένα παράδειγμα τέτοιου είδους παρανοήσεων είναι η εκτεταμένη χρήση του όρου ΔΕΠΥ από νεαρούς χρήστες της πλατφόρμας του Tik Tok, οι οποίοι καταφεύγουν στην αυτοδιάγνωση για να περιγράψουν συνήθειες ή χαρακτηριστικά τους που οι ίδιοι θεωρούν ότι αποκλίνουν από το φυσιολογικό.

Με λίγα λόγια, η διαταραχή έχει γίνει αρκετά δημοφιλής στο ευρύ κοινό -σαν λέξη τουλάχιστον- που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως-ακόμα και σαν προσβολή, όπως συνέβαινε κατά κόρον στο παρελθόν με τον αυτισμό και το σύνδρομο Down ή τη σχιζοφρένεια, ενισχύοντας έτσι δυστυχώς και το επακόλουθο στίγμα απέναντι στους πάσχοντες. Πιο συγκεκριμένα, τα παιδιά στα οποία συνυπάρχουν η ΔΕΠΥ και ο αυτισμός διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να πέσουν θύματα bullying, ασχέτως φύλου και ηλικίας (Montes, Halterman, 2007). Μια σημαντική συνέπεια της υπερδιάγνωσης είναι σαφέστατα και η αλόγιστη χορήγηση φαρμάκων, πρωτίστως στα παιδιά και τους εφήβους.

Ένας από τους λόγους που προκαλείται σύγχυση κατά τη διάγνωση της ΔΕΠΥ, είναι και οι αλλαγές στα διαγνωστικά κριτήρια με την πάροδο των ετών. Με την κυκλοφορία της πέμπτης έκδοσης του DSM το 2013 ο ορισμός της διαταραχής διευρύνθηκε σημαντικά, πράγμα που επέτρεψε για πρώτη φορά τη συνύπαρξη της ΔΕΠΥ με τις διαταραχές του αυτιστικού φάσματος, δεδομένης της ανάλογης συννοσηρότητας, δηλαδή της συνύπαρξης δύο ή και περισσότερων νοσολογικών οντοτήτων στο ίδιο άτομο. Κατά συνέπεια, πολλά από τα παιδιά που διαγιγνώσκονται με αυτισμό, συχνά βρίσκονται και με μια διάγνωση ΔΕΠΥ ανά χείρας και το αντίστροφο, με το ποσοστό να αγγίζει το 42% (Stevens, Peng, Barnard-Brak, 2016). Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με άλλες διαταραχές με τις οποίες παρουσιάζει συννοσηρότητα η ΔΕΠΥ, όπως είναι οι αγχώδεις διαταραχές και η κατάθλιψη.

Ούτε οι ενήλικες, όμως, ξεφεύγουν από τη μέγγενη της υπερδιάγνωσης, μιας και τα κριτήρια του DSM για αυτήν τη μεγάλη ηλικιακή ομάδα είναι τόσο ασαφή που δεν είναι εύκολο να γίνει διάκριση μεταξύ ”παθολογικού” και ”φυσιολογικού”. Μερικοί ακόμα από τους λόγους που μας οδηγούν στην υπερδιάγνωση ενηλίκων είναι οι εξής:

  • ελλειμματικές διαγνωστικές πρακτικές, που δε συμφωνούν η μία με την άλλη,
  • υπερεκτίμηση των πλεονεκτημάτων της θεραπείας με φάρμακα από το παράδειγμα όσων ασθενών έχουν ήδη θεραπευτεί φαρμακευτικά και χρήση της ακόμα κι όταν δεν είναι απαραίτητο αυτό,
  • αναζήτηση μη ιατρικών πλεονεκτημάτων (πχ οφέλη που προκύπτουν από την πιστοποίηση ύπαρξης ψυχιατρικής νόσου ή δευτερογενή οφέλη από την ενδεχόμενη φροντίδα που μπορεί να λάβει ο ασθενής από τους οικείους του),
  • Οφέλη σε ενδιαφερόμενους φορείς που ασχολούνται με τη θεραπεία ασθενειών (πχ γιατρούς και εταιρείες).

Εν κατακλείδι, κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται από τους ειδικούς ψυχικής υγείας εξατομικευμένα και ολιστικά και να παρέχεται η κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση, είτε φαρμακευτική είτε και σε συνδυασμό με κάποια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, σε όσα άτομα τη χρειάζονται, για να αποφεύγονται τα φαινόμενα υπερδιάγνωσης που παρατηρούνται.

 

Βιβλιογραφία

  1. Abdelnour, E., Jansen, M.O. and Gold, J.A. (2022). ADHD Diagnostic Trends: Increased Recognition or Overdiagnosis? , 119(5), 467–473.
  2. Connor, D., (2011). Problems of overdiagnosis and overprescribing in ADHD: are they legitimate? Psychiatric Times 28(8), 14-18.
  3. Kazda L, Bell K, Thomas R, McGeechan K, Sims R, Barratt A.(2014). Overdiagnosis of Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder in Children and Adolescents: A Systematic Scoping Review. 4(4), https://doi.org/10.1001/jamanetworkopen.2021.5335
  4. Paris J, Bhat V, Thombs B.(2015). Is Adult Attention-Deficit Hyperactivity Disorder Being Overdiagnosed? 60(7), 324–328, https://doi.org/10.1177/070674371506000705

Αρχισυνταξία: Δράνη Φωτεινή – Δέσποινα, Ψυχολόγος BSc, MScc

Επιμέλεια άρθρου: Τυρλή Αικατερίνη

ΚοινοποίησηFacebookLinkedIn
Γραμμένο από
Μαρία Καραδήμα
Συμμετοχή στη συζήτηση

Archives

Categories

WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com