Η αυτοεκτίμηση είναι μια έννοια που έχει μελετηθεί εκτενώς. Περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Ο εαυτός, με τη σειρά του, αποτελεί μια ιδιαιτέρως κοινή λέξη της οποίας ο ορισμός έχει προκαλέσει μεγάλες θεωρητικές διαμάχες. Πολλοί είναι οι επιστήμονες που προσπάθησαν να ορίσουν τι ακριβώς νοείται όταν γίνεται αναφορά σε αυτόν.
Ο William James ήταν ο πρώτος που χώρισε τον εαυτό σε δυο μέρη. Στο «εγώ», που αφορά την υποκειμενική αντίληψη ενός ατόμου για τα προσωπικά του χαρακτηριστικά (π.χ. «εσωστρεφής», «έξυπνος») και στο «εμένα», που αναφέρεται στον εαυτό που αναγνωρίζει το περιβάλλον (π.χ. «ποιος είμαι»). Στη συνέχεια, διάφοροι θεωρητικοί προσπάθησαν να ορίσουν τον εαυτό, εστιάζοντας τόσο σε συγκεκριμένες περιγραφές (π.χ. σύνολο ικανοτήτων, προτιμήσεων, αξιών), όσο και σε αφηρημένες εννοιολογήσεις αυτού.
Ένα σημαντικό ερώτημα που γεννάται είναι εάν η αυτοεκτίμηση είναι επίκτητη ή έμφυτη. Δηλαδή, εάν χτίζεται ή γεννιόμαστε με αυτήν.
Τι είναι αυτοεκτίμηση;
Η αυτοεκτίμηση είναι η συνολική και επιμέρους θετική ή αρνητική αυτοαξιολόγηση του ατόμου, η υποκειμενική αντίληψη αναφορικά με το πως ένα άτομο «εκτιμά», «σκέφτεται» και σε ποιο βαθμό «αποδέχεται» τον εαυτό του. Περιλαμβάνει συναισθήματα αυτοαποδοχής και αυτοσεβασμού, και επηρεάζει το άτομο καθημερινά μέσω του τρόπου με τον οποίο ερμηνεύει και βιώνει την πραγματικότητα.
Η αυτοεκτίμηση μπορεί να είναι υψηλότερη σε ορισμένους τομείς της ζωής και χαμηλότερη σε άλλους. Για παράδειγμα, η συνολική αξιολόγηση και η αίσθηση της αξίας που ένα άτομο αποδίδει στον εαυτό του είναι πιθανό να περιλαμβάνει θετική (ή υψηλή) αυτοεκτίμηση ως προς ορισμένους τομείς (π.χ. θετικά συναισθήματα ως απόρροια καλλιτεχνικών δεξιοτήτων) και αρνητική (ή χαμηλή) αυτοεκτίμηση ως προς άλλους τομείς (π.χ. δυσαρέσκεια ως απόρροια αθλητικών δεξιοτήτων).
Η θετική (ή υψηλή) αυτοεκτίμηση οδηγεί σε καλύτερη ψυχική υγεία και συνδέεται με υψηλά επίπεδα ψυχικής ανθεκτικότητας, γεγονός που καθιστά το άτομο ικανό να ανταπεξέρχεται στις αντιξοότητες της ζωής. Παράλληλα, κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι ένα άτομο με θετική (ή υψηλή) αυτοεκτίμηση λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις δικές του ανάγκες και θέτει «υγιή» όρια αναφορικά με τον τρόπο που το αντιμετωπίζουν οι άλλοι.
Αντίθετα, ένα άτομο με αρνητική (ή χαμηλή) αυτοεκτίμηση συγκρίνει διαρκώς τον εαυτό του με τους άλλους και κάνει αρνητικές και συχνά υποτιμητικές σκέψεις. Έχει έντονη ανάγκη για επιβεβαίωση και γίνεται υπερβολικά ευαίσθητο στην κριτική. Επιπροσθέτως, δυσκολεύεται να λάβει σοβαρά υπόψη τις δικές του ανάγκες και να θέσει «υγιή» όρια, ενώ μπορεί να φοβάται την αποτυχία.
Διαφορά με την αυτοπεποίθηση
Η αυτοπεποίθηση αφορά το πόσο ένα άτομο πιστεύει στον εαυτό του και στις δυνατότητές του. Πρόκειται ουσιαστικά για την «στάση» εκείνη που επιτρέπει στο άτομο να έχει μια θετική αλλά και ρεαλιστική αντίληψη για τον εαυτό του και τις ικανότητές του.
Ενώ η αυτοπεποίθηση αντικατοπτρίζει πίστεις και πεποιθήσεις του ατόμου για τον εαυτό του και τις ικανότητες του να πετύχει κάτι συγκεκριμένο (π.χ. «Είμαι καλός στις κοινωνικές επιστήμες»), η αυτοεκτίμηση αφορά την αξία που ένα άτομο νιώθει ότι έχει ως άνθρωπος (π.χ. «Είμαι αγαπητός/η»), ανεξάρτητα από τις επιδόσεις του σε έναν τομέα. Δηλαδή, η αυτοεκτίμηση έχει περισσότερο συναισθηματικό περιεχόμενο.
Η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμηση αλληλοεπηρεάζονται βαθιά. Η αυτοεκτίμηση αποτελεί την ρίζα της αξίας ενός ατόμου και η αυτοπεποίθηση την έκφραση αυτής της αξίας μέσα από τις πράξεις αυτού. Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να εμφανίζει θετική (ή υψηλή) αυτοπεποίθηση όταν πρόκειται για την απόδοσή του στην εργασία αλλά να νιώθει γενικά ανεπαρκές, ή το αντίθετο. Με άλλα λόγια, ένα άτομο μπορεί να πιστεύει στις δυνάμεις του ακόμη και αν δεν πιστεύει ότι είναι άξιο αγάπης και σεβασμού.
Πώς χτίζεται η αυτοεκτίμηση;
Η αυτοεκτίμηση διαμορφώνεται στην παιδική ηλικία. Επηρεάζεται τόσο από την έμφυτη προσωπικότητα (ιδιοσυγκρασία) του ατόμου, όσο και από τις πρώιμες εμπειρίες και τον τρόπο ανατροφής αυτού, ενώ ενισχύεται από την αποδοχή και την επιβεβαίωση του περιβάλλοντος στο οποίο ζει.
Η αυτοεκτίμηση αναπτύσσεται σημαντικά στη μέση παιδική ηλικία, αλλά αρχίζει να μειώνεται γύρω στην ηλικία των 12 ετών, η οποία έπειτα από ένα χρονικό διάστημα παρουσιάζει και πάλι ανοδική τάση. Κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου, το παιδί συγκρίνει όλο και περισσότερο τον εαυτό του με τους άλλους, αξιολογώντας, παράλληλα, τον βαθμό στον οποίο τείνει να ανταποκρίνεται στα κριτήρια της κοινωνίας. Επιπροσθέτως, παρατηρείται βαθμιαία ανάπτυξη των προσωπικών εσωτερικών κριτηρίων επιτυχίας βάσει των οποίων το παιδί αξιολογεί τον εαυτό του.
Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στην ηλικία των 7 ετών η πλειονότητα των παιδιών έχουν αυτοεκτίμηση που αντανακλά μια γενική και απλή εικόνα του εαυτού. Εάν η συνολική αυτοεκτίμηση του παιδιού είναι θετική, τότε πιστεύει ότι είναι καλό σε όλους τους τομείς. Αντίθετα, είναι πιθανό το παιδί να αισθάνεται ανεπαρκές στους περισσότερους τομείς σε περίπτωση που η συνολική του αυτοεκτίμηση είναι αρνητική.
Η αυτοεκτίμηση είναι μια συνεχής διαδικασία, στην οικοδόμηση της οποίας σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν η αυτογνωσία, η αυτοαποδοχή και η πρακτική εφαρμογή θετικών συνηθειών. Ξεκινώντας από την παιδική ηλικία, η αυτοεκτίμηση του παιδιού χτίζεται με την γονική υποστήριξη, ενώ στην ενήλικη ζωή δύναται να χτιστεί μέσω αμφισβήτησης αρνητικών μοτίβων σκέψεων (αρνητική αυτοομιλία), αναγνώρισης προσωπικών δυνατών σημείων και αποφυγής σύγκρισης με τους άλλους, θέσπισης «υγιών» ορίων και εξάσκησης στην αυτοσυμπόνια.
Γιατί είναι σημαντική η αυτοπεποίθηση;
Το άτομο που αισθάνεται καλά με τον εαυτό του έχει την αυτοπεποίθηση να δοκιμάζει καινούργια πράγματα. Αισθάνεται σίγουρο για τις κρίσεις του και μπορεί να παίρνει καλύτερες αποφάσεις χωρίς συνεχείς αμφιβολίες. Η υψηλή αυτοπεποίθηση βοηθάει, επίσης, το άτομο να διαχειρίζεται τις αποτυχίες με θετική στάση, να μην τα παρατάει εύκολα και να αντιμετωπίζει την κριτική όχι ως προσωπική επίθεση.
Η αυτοπεποίθηση επιτρέπει το άτομο να θέτει «υγιή» όρια και να έχει πιο «υγιείς» σχέσεις, ενώ η έλλειψη αυτής συνδέεται με άγχος, φόβο αποτυχίας και απομόνωση, περιορίζοντας παράλληλα την ψυχική ευεξία και την προσωπική ανάπτυξη.
Συνοψίζοντας, η αυτοεκτίμηση, αναφερόμενη στη συνολική και επιμέρους θετική ή αρνητική αυτοαξιολόγηση του ατόμου, δεν γεννιέται απλώς. Χτίζεται σταδιακά από την παιδική ηλικία με την γονική υποστήριξη και εξελίσσεται μέσα από τις εμπειρίες, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, και από την αποκτηθείσα γνώση του εαυτού. Επηρεάζεται από τον τρόπο ανατροφής του ατόμου, καθώς και από τον τρόπο που διαχειρίζεται τις διάφορες προκλήσεις, θέτοντας «υγιή» όρια και πετυχαίνοντας στόχους.
Βιβλιογραφία
1. Feldman, R. S. (2019). Εξελικτική ψυχολογία: δια βίου ανάπτυξη. Gutenberg.
2. Folkhälsomyndigheten (2024). Självkänsla och självförtroende. Available at: https://dinpsykiskahalsa.se/artiklar/vad-paverkar-var-psykiska-halsa/att-tro-pa-sig-sjalv-och-sin-formaga/
3. Mentor (2025). Skillnaden mellan självkänsla och självförtroende. Available at: https://mentor.se/kunskap/for-unga/skillnaden-mellan-sjalvkansla-och-sjalvfortroende/
4. Muris, P., & Otgaar, H. (2023). Self-Esteem and Self-Compassion: A Narrative Review and Meta-Analysis on Their Links to Psychological Problems and Well-Being. Psychology Research and Behavioral Management, 16, 2961-2975. Doi: 10.2147/PRBM.S402455
5. Orth, U., Robins, R. W. (2014). The Development of Self-esteem. Current Directions in Psychological Science, 23(5), 381-387. Doi: 10.1177/0963721414547414
6. Österberg, J. M. (2025). Självkänsla. Available at: https://www.1177.se/liv–halsa/psykisk-halsa/sjalvkansla/






