Η Εξαρτητική Διαταραχή ανήκει στην τρίτη ομάδα των διαταραχών προσωπικότητας στην οποία ανήκουν διαταραχές που συνδέονται με άγχος και φόβο. Κύριο χαρακτηριστικό της εξαρτητικής διαταραχής είναι η διάχυτη και υπερβολική ανάγκη του ατόμου να το φροντίζουν και ως αποτέλεσμα το άτομο υποτάσσεται, προσκολλάται και βιώνει μη ρεαλιστικό φόβο αποχωρισμού. Οι διαταραχές προσωπικότητας στο σύνολό τους έχουν εναρκτήρια περίοδο αυτή της εφηβείας ή της ενήλικης ζωής ενώ για την αντιμετώπισή τους προτιμάται η ψυχοθεραπεία συνδυαστικά με φαρμακευτική αγωγή. Η παρούσα διαταραχή εμφανίζει συννοσηρότητα με τις αγχώδεις διαταραχές και με τις υπόλοιπες διαταραχές προσωπικότητας της Γ’ ομάδας (αποφευκτική, ιδεοψυχαναγκαστική). Εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα στον γυναικείο πληθυσμό.
Κύρια Χαρακτηριστικά σύμφωνα με το DSM-V:
- Δυσκολία λήψης καθημερινών αποφάσεων χωρίς συμβουλές και διαβεβαιώσεις από άλλους
- Ανάγκη οι άλλοι να αναλαμβάνουν την ευθύνη των σημαντικότερων καταστάσεων
- Δυσκολία να διαφωνίσουν εξαιτίας του φόβου ότι θα χάσουν την υποστήριξη των άλλων
- Δυσκολία έναρξης νέων πραγμάτων
- Υπερβολικές πράξεις με σκοπό την εξασφάλιση της υποστήριξης από άλλους
- Αισθήματα δυσαρέσκειας όταν είναι μόνοι, επειδή μεγαλοποιούν τον φόβο ανικανότητας φροντίδας του εαυτού
- Κατά το τέλος μιας σχέσης επιζητάται άμεσα μια άλλη
- Επίμονη και μη ρεαλιστική ασχολία με φόβους εγκατάλειψης
Συχνά, οι πάσχοντες συμφωνούν με τους άλλους ακόμα και αν έχουν διαφορετική γνώμη, ώστε να αποφύγουν τυχόν απόρριψη. Προκειμένου να εξασφαλίσουν την επιείκεια των άλλων δύναται να προβούν σε δυσάρεστα για τους ίδιους πράγματα. Κάθε επικριτικό σχόλιο, το γενικεύουν και το εσωτερικεύονται και έτσι χάνουν ακόμα περισσότερο την πίστη στον εαυτό τους. Ακόμη, όταν καταφέρουν κάτι θεωρούν ότι η επιτυχία τους δεν οφείλεται στους ίδιους αλλά σε ευνοικές συγκυρίες. Τα άτομα διατηρούν μια παθητική στάση, ενώ συνήθως βασίζονται σε ένα συγκεκριμένο άτομο (σύζυγο ή γονείς).
Η έλλειψη αυτοπεποίθησης, η απαισιοδοξία και η αυτοαμφισβήτηση είναι τα βασικά χαρακτηριστικά των πασχόντων. Το άτομο υποτιμά τα προσόντα και τις ικανότητες του, γι’ αυτό αποφεύγει τη λήψη αποφάσεων. Παρουσιάζει τον εαυτό του και στους γύρω του ως ανίκανο και προβάλλει την ανάγκη της συνεχούς βοήθειας, και συνεπώς βυθίζεται σε έναν φαύλο κύκλο δίχως αδιέξοδο. Χαρακτηριστική φράση ατόμων που πάσχουν από εξαρτητική διαταραχή είναι “αν με εγκαταλείψει, θα πεθάνω”. Και αν πράγματι συμβεί αυτό; Τότε, το άτομο αρχίζει να εμφανίζει κλινικά συμπτώματα κατάθλιψης. Στην αντίθετη περίπτωση όμως, διακατέχονται από αισθήματα υπερβολικής ευφορίας και ικανοποίησης.
Γενικότερα, στην εξαρτητική διαταραχή παρατηρείται μια έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό, την κρίση και τις ικανότητες του. Όλες οι αποφάσεις δημιουργούν σοβαρές δυσκολίες στον πάσχοντα. Για να πάρει οποιαδήποτε απόφαση, είτε αφορά σοβαρά ζητήματα είτε ασήμαντα καθημερινά μικρο-διλλήματα, επιζητά συμβουλές και επιβεβαίωση από άλλους.
Αιτιολογικοί παράγοντες:
Όπως στις περισσότερες διαταραχές, έτσι και στην Εξαρτητική, εμφανίζονται γενετικοί παράγοντες συνδυαστικά με ψυχολογικούς. Η αυταρχικότητα και η υπερπροστατευτικότητα των γονέων συμβάλλουν στην εξάρτηση, καθώς αυτά τα γονεικά χαρακτηριστικά περιορίζουν την αυτονομία του παιδιού.
Θεραπεία:
Σε περίπτωση που χαθεί μια στενή σχέση του ατόμου είναι πιθανή η εμφάνιση κατάθλιψης, ενώ η κατάλληλη θεραπεία δύναται να απαιτεί την απομάκρυνση σχέσεων εκμετάλλευσης και κακομεταχείρισης. Φαρμακευτική αγωγή (βενζοδιαζεπίνες, σεροτονίνη)χορηγείται κυρίως για την μετρίαση του άγχους και την διαχείριση της κατάθλιψης. Η ψυχοθεραπεία, ατομικά ή ομαδικά, έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα επιτυχής για να κατανοήσει το άτομο τις αιτίες πρόκλησης της διαταραχής. Έτσι, κατανοώντας τις αιτίες, βρίσκεται ένα βήμα πιο κοντά στην ανεξαρτητοποίηση.
Η εξαρτητική διαταραχή δεν επηρεάζει μόνο τον πάσχοντα αλλά και τον περίγυρό του. Τα παιδικά βιώματα πυροδοτούν την εμφάνισή της παρόλ’ αυτά η έγκαιρη ανίχνευση και αντιμετώπιση δύναται να έχει θετικά αποτελέσματα.
Βιβλιογραφία:
Χριστοπούλου, Α. (2020). Εισαγωγή στην Ψυχοπαθολογία του Ενήλικα (Β’ Αναθεωρημένη Έκδοση). Εκδόσεις Τόπος.
Αρχισυνταξία: Δράνη Φωτεινή – Δέσποινα, Ψυχολόγος BSc, MSc
Επιμέλεια άρθρου: Τυρλή Αικατερίνη






