Είναι πιθανό, πολλοί από εμάς, στη διάρκεια της ζωής μας και αλλάζοντας συντρόφους, να έχουμε καταλήξει σε σχέσεις με παρόμοιες δυναμικές, επαναλαμβάνοντας μοτίβα που μοιάζουν ίδια με αυτά των προηγούμενων σχέσεων. Πρόκειται για “σύμπτωση” ή “κακή τύχη”; Θα λέγαμε πως όχι. Αντιθέτως, υπάρχουν ψυχολογικές, νευροβιολογικές και αναπτυξιακές αιτίες που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε, βιώνουμε και διαχειριζόμαστε τις σχέσεις μας.
Ξεκινώντας, θα αναφερθούμε στην θεωρία της προσκόλλησης (Attachment Theory) του Bowlby, που υποστηρίζει, ότι οι πρώιμες σχέσεις με τους φροντιστές διαμορφώνουν εσωτερικά μοντέλα που καθορίζουν τις προσδοκίες, τον τρόπο προσκόλλησης, αλλά και τις συναισθηματικές αντιδράσεις σε ενήλικες σχέσεις. Πιο συγκεκριμένα, η ποιότητα της σχέσης με τον κύριο φροντιστή του βρέφους, συνήθως τη μητέρα, σχετίζεται με την ποιότητα και τη σταθερότητα των ενήλικων σχέσεων. Έτσι, άτομα που έχουν αναπτύξει ασφαλή δεσμό προσκόλλησης τείνουν να δημιουργούν υγιείς, και σταθερές σχέσεις, ενώ εκείνα με ανασφαλή προσκόλληση (π.χ. αμφιθυμική ή αποφευκτική) είναι πιο επιρρεπή σε επαναλαμβανόμενες δυσλειτουργικές ενήλικες σχέσεις (Simpson & Rholes, 2017).
Η μεταφορά των πρώιμων μοτίβων σχέσεων στα ενήλικα πλαίσια σημαίνει, ότι πρότυπα συναισθηματικής εγγύτητας, τρόποι αντιμετώπισης της σύγκρουσης, αλλά και η αντίληψη στην ασφάλεια και στη σταθερότητα στην επικοινωνία, επαναλαμβάνονται στις σχέσεις μας, συνήθως σε ασυνείδητο επίπεδο (Levy et al., 2018).
Έπειτα, ένα ακόμη βήμα να κατανοήσουμε τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα στις σχέσεις μας, είναι εξετάζοντας αυτό που αποκαλούμε “καταναγκαστική επανάληψη” (repetition compulsion). Ένας όρος που χρησιμοποιήθηκε πολύ στην ψυχανάλυση για να περιγράψει την τάση του ανθρώπου να επαναλαμβάνει βιώματα και εμπειρίες του παρελθόντος τραυματικά για εκείνον, τα οποία προκαλούν πόνο ή δυσλειτουργία. Αυτή η συμπεριφορά συχνά επιμένει και δεν διαφοροποιείται εύκολα, χωρίς θεραπευτική παρέμβαση και υποστήριξη για αναγνώριση του μοτίβου και τροποποίησή του. Και αυτό, διότι τέτοιου είδους μοτίβα είναι συνδεδεμένα με γνωστικές και συναισθηματικές στρατηγικές που βρίσκονται βαθιά και σταθερά στην προσωπικότητα και τη συμπεριφορά μας (Bowins, 2010).
Παράλληλα με τα παραπάνω, ο εγκέφαλος έχει εξελιχθεί με τρόπο που προτιμά τα γνωστά μοτίβα, και το οικείο, αφού με το πέρασμα των χρόνων αναπτύσσει συναισθηματική μνήμη. Μάλιστα, με έναν παράδοξο τρόπο, το “οικείο” το αντιλαμβάνεται ως λιγότερο απειλητικό, ακόμη και αν στην πραγματικότητα είναι τραυματικό για την ψυχή του ατόμου. Έχει, δηλαδή, αναπτυχθεί μια νευροβιολογική οικειότητα, που ωθεί το άτομο να επαναλαμβάνει σχέσεις με παρόμοιο τρόπο που το έκανε στο παρελθόν, ακόμη κι αν προκαλούν δυσφορία, ψυχικό πόνο ή αρνητική εμπειρία. Για παράδειγμα, σε ένα άτομο που έχει μεγαλώσει ή βρεθεί μετέπειτα σε περιβάλλον με αστάθεια και ανεπαρκή συναισθηματική ανταπόκριση, ο εγκέφαλος του μαθαίνει να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο και την ασφάλεια με τον ίδιο τρόπο που έκανε παλαιότερα.
Πολλές φορές, η επανάληψη παρελθοντικών μοτίβων είναι μια ασυνείδητη προσπάθεια να διορθωθεί ή να συγχωρηθεί μια προηγούμενη τραυματική εμπειρία. Το άτομο, δηλαδή, επιδιώκει να επαναλάβει σχέσεις παρόμοιες με εκείνες που το πλήγωσαν, με την ελπίδα ότι το νέο αποτέλεσμα θα είναι διαφορετικό ή ότι θα επιλυθεί το αρχικό τραύμα. Ωστόσο, έρευνες δείχνουν, ότι αυτή η επιστροφή και επανάληψη των μοτίβων σχέσεων, σπάνια οδηγεί σε θεραπεία από μόνη της και μπορεί, ακόμη, να ενισχύσει τη δυσλειτουργική δυναμική.
Μάλιστα, έρευνες που εξετάζουν συγκεκριμένα τα μοτίβα σχέσεων με κακοποιητικούς συντρόφους δείχνουν, ότι η έλξη σε επαναλαμβανόμενες, τοξικές σχέσεις σχετίζεται με πρότερες σχέσεις με γονείς που ήταν ταυτόχρονα δυναμικές, συναρπαστικές αλλά και απογοητευτικές, δημιουργώντας μια μικτή συναισθηματική εμπειρία που δυσκολεύει τον ενήλικα να εγκαθιδρύσει υγιείς μορφές προσκόλλησης (Nicholas, 2013).
Μπορεί να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος;
Ναι, αλλά όχι απλά με αλλαγή συντρόφου. Πρόκειται για μια διαδικασία που απαιτεί προσπάθεια για εντοπισμό και επίγνωση των επαναλαμβανόμενων δυσλειτουργικών μοτίβων, διερεύνηση των εσωτερικών αναπαραστάσεων των σχέσεων και επεξεργασία τους. Διαδικασία που χρειάζεται συχνά υποστηρικτική ψυχοθεραπεία για αναγνώριση των μοτίβων, κατανόηση των πρώιμων εμπειριών προσκόλλησης και της επίδρασής τους στη συμπεριφορά, αλλά και προσπάθεια ρύθμισης των συναισθημάτων, ώστε να αναπτυχθεί ένα πιο ασφαλές μοτίβο προσκόλλησης με το χρόνο. Μάλιστα, η θεραπευτική διαδικασία μπορεί να λειτουργήσει ως “διορθωτική εμπειρία”, σπάζοντας τον αυτόματο χαρακτήρα της επανάληψης και δημιουργώντας μια νέα και ασφαλή εμπειρία σχέσης.
Συμπερασματικά, γίνεται αντιληπτό, ότι τα μοτίβα των ανθρωπίνων σχέσεων τείνουν να επαναλαμβάνονται στη ζωή του ατόμου, μέχρι να έρθει η στιγμή να αναγνωρίσει την ανάγκη να διαφοροποιηθεί από μοτίβα σχέσεων που τραυμάτισαν, πλήγωσαν ή οδήγησαν σε δυσλειτουργία. Βασικό βήμα της αλλαγής είναι ο αρχικός εντοπισμός και η αναγνώριση αυτών των μοτίβων.
Όμως η αναγνώριση από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται και ανάληψη ευθύνης για την προσωπική μας συμμετοχή σε αυτά τα σενάρια. Όχι με διάθεση αυτομομφής, αλλά με ώριμη επίγνωση πως οτιδήποτε επαναλαμβάνεται, με κάποιον τρόπο μας είναι οικείο. Και το οικείο, ακόμη και αν πονά, συχνά το επιλέγουμε ασυνείδητα, αντί για το άγνωστο που απαιτεί αλλαγή.
Η υπέρβαση των μοτίβων δεν σημαίνει να αρνηθεί κανείς το παρελθόν του, αλλά να το αναδιαπραγματευτεί. Σημαίνει να σταθεί απέναντι στις παρελθοντικές εμπειρίες που διαμόρφωσαν τις προσδοκίες του για την αγάπη, να αμφισβητήσει τις εσωτερικές αφηγήσεις του για εκείνες, αλλά και να επιτρέψει στον εαυτό του να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό, λιγότερο έντονο, αλλά περισσότερο ασφαλές.
Η πραγματική αλλαγή αρχίζει τη στιγμή που σταματάμε να αναρωτιόμαστε «Γιατί μου συμβαίνει ξανά;» και ξεκινάμε να διερευνούμε «Τι με οδηγεί ξανά εκεί;». Σε εκείνο το σημείο, το μοτίβο παύει να είναι μοίρα και μετατρέπεται σε πληροφορία. Και η πληροφορία, όταν αξιοποιηθεί συνειδητά, γίνεται επιλογή.
Άλλωστε, όπως υποστήριζε και ο Carl Gustav Jung:
«Μέχρι να κάνεις το ασυνείδητο συνειδητό, θα κατευθύνει τη ζωή σου και θα το αποκαλείς μοίρα».
Βιβλιογραφία
- Bowins, B. (2010, Sep.). Repetitive maladaptive behavior: beyond repetition compulsion. PubMed-Am J Psychoanal, DOI: 10.1057/ajp.2010.14.
- Levy, K., Kivity, Y., Johnson, B., & Gooch, C. (2018, Nov.). Adult attachment as a predictor and moderator of psychotherapy outcome: A meta-analysis. PubMed-J Clin Psychol , DOI: 10.1002/jclp.22685.
- Levy, M. (2000). A conceptualization of the repetition compulsion. PubMed-Psychiatry, DOI: 10.1080/00332747.2000.11024893.
- Nicholas, M. (2013, Jul.). The compulsion to repeat relationships with abusive partners and how group therapy can help. PubMed, DOI: 10.1521/ijgp.2013.63.3.346.
- Simpson, J., & Rholes, S. (2017, Feb 13). Adult Attachment, Stress, and Romantic Relationships. PubMed, DOI: 10.1016/j.copsyc.2016.04.006.






