in ,

Πώς διαλέγουμε συντρόφους επηρεασμένοι από τα παιδικά μας βιώματα;

Happy smiling couple in love hug and kiss each other in the amusement park. Sunny warm spring evening

Όλοι ασυναίσθητα έχουμε κάποια ιδανικά χαρακτηριστικά και standards στο μυαλό μας όταν διαλέγουμε κάποιον σύντροφο. Πολλές φορές στην ζωή μας έχουμε δίπλα μας ανθρώπους, που εντυπωσιαζόμαστε με το πόσο μας θυμίζουν μέλη της οικογένειάς μας. Ή κάποιες φορές απορούμε πώς γίνεται από την πρώτη γνωριμία να εντυπωσιαστήκαμε, και όσο περνούσε ο καιρός να ταιριάζαμε ακόμη περισσότερο. Όλα αυτά τα γνωρίσματα συνδέονται άμεσα με τον τρόπο που μεγαλώσαμε και τις μέχρι τώρα εμπειρίες μας.

Τα αρχικά και πιο επιφανειακά χαρακτηριστικά που μας ελκύουν σε έναν άνθρωπο είναι η εξωτερική του εμφάνιση, ο χαρακτήρας και η προσωπικότητά του, το χιούμορ του, η σεξουαλική έλξη απέναντί του, η μόρφωσή του, το πώς μας κάνει να νιώθουμε, και πολλά άλλα κριτήρια που για κάθε άτομο είναι διαφορετικά.

Υπάρχουν, όμως, και κάποιοι βαθύτεροι λόγοι που μας οδηγούν ασυναίσθητα να καταλήξουμε σε έναν άνθρωπο. 

Αναλυτικότερα, ο αρχικός λόγος είναι η μορφή σχέσης με την μητέρα ή με τον κηδεμόνα γενικότερα, τα πρώτα 4 περίπου χρόνια του παιδιού. Την θεωρία αυτήν για τον δεσμό με την μητέρα ανέπτυξε ο John Bowlby, και εξετάζει το είδος προσκόλλησης που αναπτύσσει το παιδί από την στιγμή της γέννησης, το οποίο θα παίξει κομβικό ρόλο στις μελλοντικές του σχέσεις.

Το πρώτο είδος προσκόλλησης είναι η ασφαλής, κατά την οποία η μητέρα ανταποκρίνεται κατάλληλα στις ανάγκες του παιδιού και χτίζεται ένας ισχυρός δεσμός μεταξύ τους. Σε αυτήν την περίπτωση, ο εαυτός γίνεται αντιληπτός ως άξιος αγάπης στις σχέσεις του, και μέσα στα χρόνια αναπτύσσει θετική αυτοεκτίμηση και κοινωνικές δεξιότητες.

Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως, ο δεσμός που αναπτύσσεται ανάμεσα στην μητέρα και το βρέφος είναι ανασφαλής, αφού η μητέρα δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του βρέφους όπως θα έπρεπε. Ο ανασφαλής δεσμός μπορεί να είναι από την μια απορριπτικός/αποφευκτικός, όταν η μητέρα είναι απορριπτική, άρα και το παιδί καταπνίγει τα συναισθήματά του. Το παιδί αυτό, για να κερδίσει την προσοχή, καταφεύγει σε υπερβολικές συμπεριφορές, οι οποίες συνεχίζονται και στις μελλοντικές του σχέσεις.

Από την άλλη πλευρά, η ανασφαλής προσκόλληση θα μπορούσε να είναι αγχώδης/αμφιθυμική, σε περιπτώσεις που η μητέρα είναι σταθερά μη διαθέσιμη και μη προβλέψιμη, αφού κάποιες φορές ικανοποιεί τις ανάγκες του παιδιού και κάποιες όχι. Το βρέφος αυτό γίνεται αντικοινωνικό, επιθετικό και παρορμητικό. Γενικότερα σε περιπτώσεις ανασφαλούς προσκόλλησης στην βρεφική ηλικία, τα άτομα νιώθουν ανάξια αγάπης και ασυναίσθητα ενδέχεται να επιλέγουν στο μέλλον συντρόφους που να το επιβεβαιώνουν. Στους συντρόφους τους, οι ίδιοι μπορεί να φαίνονται απόμακροι ή απορριπτικοί, και δύσκολα θα συνειδητοποιήσουν την στάση τους αν δεν κάνουν ψυχοθεραπεία.

Άλλο ένα γνώρισμα που μας ελκύει σε κάποιον άνθρωπο είναι η γλώσσα του σώματος. Με την γλώσσα του σώματος μπορούμε να μαντέψουμε τι νιώθει ο άλλος, καθώς όλοι οι άνθρωποι δείχνουμε τα συναισθήματά μας με την στάση μας, τις εκφράσεις μας και το χαρακτηριστικό μας περπάτημα. Ανάμεσα στα μέλη των οικογενειών αναπτύσσεται μια κοινή γλώσσα του σώματος με κοινά σινιάλα και η κάθε οικογένεια ως σύστημα έχει τον δικό της τρόπο αντιμετώπισης των συναισθημάτων. Όταν βλέπουμε έναν άνθρωπο να έχει παρόμοια σινιάλα με την οικογένειά μας, μας ελκύει λόγω των ομοιοτήτων με το οικογενειακό μας υπόστρωμα.

Συγκεκριμένα, αν τα θετικά και τα αρνητικά συναισθήματα συζητιούνται και εκφράζονται ελεύθερα στην οικογένεια, τότε μπορεί να προσελκυόμαστε σε άτομα που μεγάλωσαν με παρόμοιο τρόπο. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που τα «καλά» και τα «κακά» συναισθήματα καταπνίγονται, εκφράζονται ψυχρά, επιπόλαια ή με επιφυλάξεις. Ο τρόπος που εκφράζεται η αγάπη μέσα στην οικογένεια οδηγεί τα παιδιά μελλοντικά σε ανάλογους συντρόφους. Για παράδειγμα, αν οι γονείς είναι πολύ αυστηροί με το παιδί, δεν το επιβραβεύουν σχεδόν καθόλου και δεν είναι ποτέ ικανοποιημένοι με τις προσπάθειές του, είναι πολύ πιθανό αυτό το παιδί να επιλέξει κάποια στιγμή στην ζωή του έναν αποδοκιμαστικό και πιεστικό σύντροφο, που να μην εκτιμάει τίποτα. Η συμπεριφορά αυτή όμως για ένα άτομο που ήδη έχει μεγαλώσει σε αποδοκιμαστικό πλαίσιο, μπορεί ενδόμυχα να θεωρηθεί ως οικεία έκφραση αγάπης απέναντί του.

Ακόμη, είναι πολύ σημαντικό να αναγνωρίζουμε και να ονοματίζουμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας. Οι ανάγκες μας είναι όλα αυτά που χρειαζόμαστε, και ζητάμε από κάποιον άλλον να τις καλύψει, όπως και εμείς καλύπτουμε των άλλων όταν χρειάζεται. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια υγιής αλληλεξάρτηση. Οι επιθυμίες μας είναι όλα αυτά που θέλουμε, αλλά δεν έχουμε, και η απόκτηση τους μας φέρνει χαρά. Μπορεί να αναφέρονται στο κοντινό μέλλον, δηλαδή σχέδια για ταξίδια ή δραστηριότητες, ή μπορεί να είναι μακροπρόθεσμες επιθυμίες, όπως γάμος, παιδιά, κλπ. Καλό είναι οι ερωτικοί μας σύντροφοι να μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες μας και να μας βοηθήσουν να καταφέρουμε τους στόχους και τις επιθυμίες μας.

Τέλος, παρατηρώντας τα μοτίβα με τα οποία διαλέγουμε συντρόφους και κατανοώντας από πού προέρχονται, μπορούμε, αν το κρίνουμε απαραίτητο, να τα αλλάξουμε με πιο αποτελεσματικά. Δηλαδή, να δούμε την ζωή μας από διαφορετική ματιά και να αφήσουμε πίσω τα μη λειτουργικά μοτίβα που φέρνουμε από την οικογένειά μας. Με αυτό τον τρόπο, όσο περνάει ο καιρός και γνωρίζουμε νέα άτομα, ζούμε νέες επιδιορθωτικές εμπειρίες και γνωρίζουμε καλύτερα τον πραγματικό μας εαυτό.

What do you think?

27 Points
Upvote Downvote

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Ψtalk:”Νιώθω ότι δεν έχω κάτι ενδιαφέρον να κάνω”

Ψtalk:”Δερματιλλομανία, πώς το αντιμετωπίζω;”