in ,

Σύνδρομο Ανήσυχων Ποδιών


Το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον ιατρό Sir Thomas Willis στα τέλη του 17ου αιώνα και αναλύθηκε με μεγαλύτερη λεπτομέρεια το 1945 από το νευρολόγο Karl-Axel Ekbom, ο οποίος του έδωσε και τη σημερινή του ονομασία. Πρόκειται για μία νευρολογική διαταραχή που επηρεάζει τον ύπνο, εμφανίζεται σε ποσοστό περίπου 3-9% στο γενικό πληθυσμό και είναι συχνότερο στις γυναίκες και τους ηλικιωμένους. Πρόκειται για μία κατάσταση που μπορεί να είναι ιδιοπαθής, δηλαδή να μην μπορεί να συσχετιστεί με κάποια συγκεκριμένη αιτιολογία, ή να είναι δευτερογενής, δηλαδή να συνδέεται με ορισμένες άλλες ιατρικές καταστάσεις. Κάποιοι ειδικοί το θεωρούν νευρολογικό σύνδρομο, άλλοι πιστεύουν πως πρόκειται για διαταραχή του ύπνου, ενώ έχει προταθεί επίσης πως σε ήπιες περιπτώσεις δε πρόκειται καν για πρόβλημα. Ωστόσο πολλά άτομα που παρουσιάζουν συμπτώματα του συγκεκριμένου συνδρόμου αναφέρουν διάφορες αρνητικές επιπτώσεις στη ψυχολογία τους, τη ποιότητα ζωής και τον ύπνο τους. Θεωρείται μία χρόνια διαταραχή που κατά διαστήματα εμφανίζει υφέσεις και υποτροπές.

Το διαγνωστικό εγχειρίδιο DSM-5 κατατάσσει το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών στις διαταραχές ύπνου-αφύπνισης και προτείνει ορισμένα κριτήρια για τη διάγνωσή του, η οποία για να τεθεί πρέπει να ισχύουν τα εξής:

Α) Έντονη ανάγκη του ατόμου να κινεί τα πόδια του, η οποία συνοδεύεται από μία άβολη και δυσάρεστη αίσθηση στα πόδια και χαρακτηρίζεται από όλα τα παρακάτω:

  • Η παρόρμηση για κίνηση των ποδιών ξεκινά ή χειροτερεύει σε περιόδους αδράνειας ή ξεκούρασης
  • Η δυσάρεστη αίσθηση και η ανάγκη για κίνηση ανακουφίζονται μερικώς ή πλήρως μέσω της κίνησης
  • Η παρόρμηση για κίνηση των ποδιών είναι χειρότερη το απόγευμα ή το βράδυ σε σχέση με το πρωί, ή εμφανίζεται αποκλειστικά το απόγευμα και το βράδυ

Β) Τα συμπτώματα του κριτηρίου Α εμφανίζονται τουλάχιστον 3 φορές την εβδομάδα και επιμένουν για πάνω από 3 μήνες

Γ) Τα συμπτώματα του κριτηρίου Α συνοδεύονται από μεγάλη ψυχική δυσφορία ή μείωση της λειτουργικότητας σε επαγγελματικό, κοινωνικό, ακαδημαϊκό ή συμπεριφορικό επίπεδο

Δ) Τα συμπτώματα του κριτηρίου Α δε πρέπει να οφείλονται αποκλειστικά σε κάποια άλλη ψυχική διαταραχή ή ιατρική κατάσταση (πχ αρθρίτιδα, περιφερική ισχαιμία, μυϊκές κράμπες) και δεν εξηγούνται καλύτερα από το μούδιασμα στα πόδια λόγω εκτεταμένης παραμονής στο ίδιο σημείο, ή από το ρυθμικό χτύπημα των ποδιών λόγω συνήθειας

Ε) Τα συμπτώματα δεν αποτελούν παρενέργεια κάποιας ουσίας ή φαρμακευτικής αγωγής

Σε χρόνιες περιπτώσεις μπορεί επίσης να παρατηρείται και εμπλοκή των χεριών, ενώ η δυσάρεστη αίσθηση είναι συχνά δύσκολο να περιγραφεί από τα άτομα. Εντοπίζεται κυρίως στο εσωτερικό των άκρων, στη μία πλευρά του σώματος ή και στις δύο, επηρεάζοντας πιο έντονα τον αστράγαλο, τα γόνατα ή τις γάμπες. Περιγράφεται συνήθως ως ήπιος πόνος, κάψιμο, τσίμπημα, γαργαλητό ή μυρμήγκιασμα, ενώ εκτός από τις εκούσιες κινήσεις των ποδιών που αποσκοπούν στην ανακούφιση της δυσφορίας, μπορεί να συνυπάρχουν και ακούσιες κινήσεις των άκρων που ομοιάζουν με συσπάσεις/τινάγματα. Οι ακούσιες αυτές κινήσεις ονομάζονται περιοδικές κινήσεις των άκρων, εμφανίζονται όταν τα άτομα κοιμούνται ή και όταν είναι ξύπνια, ενώ έχει προταθεί πως μπορούν να αποτελέσουν ένα επιπλέον κριτήριο για τη διάγνωση, αφού εμφανίζονται περίπου στο 80% των ατόμων με σύνδρομο ανήσυχων ποδιών.

Το σύνδρομο μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αν και συνήθως η ηλικία πρώτης εμφάνισης εντοπίζεται ανάμεσα στα 20-30 έτη. Όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά στη παιδική ηλικία, τις περισσότερες φορές υπάρχει οικογενειακό ιστορικό, γεγονός που υποδηλώνει μία γενετική συνιστώσα στην ανάπτυξή του. Πράγματι ορισμένα γονίδια έχουν συσχετιστεί με την ύπαρξη του συνδρόμου και συγκεκριμένα πρόκειται για τα γονίδια MEIS1, BTBD9 και ΜΑΡ2Κ5 στα χρωμοσώματα 2p, 6p και 15q αντίστοιχα. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι το σύνδρομο εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα με έλλειψη σιδήρου, νεφρική ανεπάρκεια, ρευματοειδή αρθρίτιδα, τραυματισμούς του νωτιαίου μυελού, αλλά και σε εγκύους ή άτομα με ισχιαλγία.

Αιτιοπαθολογικά το σύνδρομο σχετίζεται με τη διαταραχή της ντοπαμινεργικής δραστηριότητας του εγκεφάλου. Η ντοπαμίνη είναι μία χημική ουσία που χρησιμοποιείται από τα εγκεφαλικά κύτταρα για διάφορες λειτουργίες, με μία από τις σημαντικότερες να είναι η κίνηση. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με έρευνες τα άτομα με σύνδρομο ανήσυχων ποδιών εμφανίζουν δυσλειτουργίες σε μία ομάδα ντοπαμινεργικών κυττάρων που ονομάζονται Α11 και εντοπίζονται κοντά στον υποθάλαμο, ενώ επίσης παρουσιάζουν και λιγότερους υποδοχείς ντοπαμίνης στα κύτταρα μίας περιοχής του εγκεφάλου που ονομάζεται βασικά γάγγλια. Η ντοπαμινεργική δραστηριότητα παρουσιάζει εκ φύσεως μεταβολές ανάλογα με την ημέρα και τη νύχτα και θεωρείται πως αυτός είναι ο λόγος που τα συμπτώματα του συνδρόμου χειροτερεύουν κατά τη διάρκεια της νύχτας.

 Η διάγνωση γίνεται συνήθως από ιατρό ή νευρολόγο και βασίζεται στη κλινική συνέντευξη και τις αναφορές των ατόμων σχετικά με τα συμπτώματά τους. Απαραίτητες είναι επίσης οι εξετάσεις αίματος και η λεπτομερής νευρολογική εξέταση του ασθενούς, ώστε να αποκλειστούν άλλες καταστάσεις που μπορεί να μοιάζουν με το σύνδρομο, αλλά και να επιβεβαιωθούν δεδομένα που μπορεί να σχετίζονται με αυτό (πχ χαμηλό σίδηρο). Επιπρόσθετα μπορεί να πραγματοποιηθεί δοκιμασία ακινητοποίησης, κατά τη διάρκεια της οποίας ζητείται από τα άτομα να ξαπλώσουν και να μη κινούνται καθόλου, ενώ μία συσκευή που ονομάζεται ηλεκτρομυογράφος μετρά τη δραστηριότητα στο εσωτερικό ορισμένων μυών. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της διαταραχής τα άτομα αρχίζουν να παραπονιούνται για την ανάγκη τους να κινήσουν τα άκρα τους μετά από περίπου 15-30 λεπτά. Μέσα σε αυτό το διάστημα παρουσιάζονται επίσης περιοδικές κινήσεις των άκρων. Άλλες μέθοδοι που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη διάγνωση είναι η πολυπνογραφία, η κινησιογραφία καθώς και η δοκιμασία L-dopa.

Αν και σε περιπτώσεις που τα συμπτώματα είναι ήπια ενδέχεται να μην παρατηρούνται προβλήματα στη καθημερινότητα, σε μέτριες και βαριές περιπτώσεις τα άτομα που πάσχουν αναφέρουν μία πληθώρα προβλημάτων ως αποτέλεσμα. Τα πιο συχνά είναι τα προβλήματα στον ύπνο, όπως η αϋπνία, η δυσκολία επέλευσης ύπνου, η δυσκολία να παραμείνουν κοιμησμένα αλλά και η μη ικανοποιητική ποιότητα ύπνου. Όλα αυτά οδηγούν σε υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, σε απώλεια ενέργειας, ευερέθιστη διάθεση καθώς και κακή συγκέντρωση. Πολύ συχνά είναι επίσης και διάφορα ψυχολογικά προβλήματα όπως η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, οι κρίσεις πανικού και οι σωματόμορφες διαταραχές. Σε παιδιά με σύνδρομο ανήσυχων ποδιών μπορεί να συνυπάρχουν εκτός από τα προαναφερθέντα και ΔΕΠΥ ή διαταραχές της συμπεριφοράς.

Η θεραπεία του συνδρόμου σχετίζεται με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων. Φαρμακευτικές αγωγές χορηγούνται κυρίως σε σοβαρές περιπτώσεις, σε ηλικιωμένα άτομα, αλλά και όταν ο ύπνος διαταράσσεται πολύ έντονα. Περιλαμβάνουν φάρμακα που αυξάνουν τη ντοπαμίνη, οπιοειδή ή βενζοδιαζεπίνες στη χαμηλότερη δυνατή δόση. Σημαντικό είναι να αναφερθεί πως τα άτομα με σύνδρομο ανήσυχων ποδιών δε πρέπει να λαμβάνουν αντικαταθλιπτικά, καθώς αυτά μπορεί να επιβαρύνουν τα συμπτώματά τους, οπότε σε περιπτώσεις όπου συνυπάρχει κατάθλιψη είναι αναγκαία η ψυχοθεραπεία. Επιπλέον χορηγούνται συμπληρώματα σιδήρου εάν αυτό είναι χαμηλό και συστήνεται η διακοπή ή η μείωση της χρήσης καφεΐνης, αλκοόλ και νικοτίνης. Σε περιπτώσεις ήπιας και μέτριας βαρύτητας συστήνεται ελαφριά σωματική άσκηση όπως το περπάτημα, καθώς και το μασάζ στα άκρα πριν τον ύπνο. Ορισμένα άτομα αναφέρουν επίσης βελτίωση των συμπτωμάτων με τη χρήση κάποιας θερμοφόρας στα άκρα, ή με ένα κρύο ή ζεστό ντουζ πριν κοιμηθούν. Η ψυχοθεραπεία είναι σημαντική για τη διαχείριση του άγχους, των συνοδών ψυχικών διαταραχών και των προβλημάτων της καθημερινότητας που μπορεί να εμφανίζονται ως αποτέλεσμα των συμπτωμάτων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:

American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). https://doi.org/10.1176/appi.books.9780890425596

Bayard, M., Avonda, T., & Wadzinski, J. (2008). Restless Legs Syndrome. American Family Physician, 78(2), 235-240. https://www.aafp.org/afp/2008/0715/p235.html

Leschziner, G. D. & Gringras, P. (2012). Restless legs syndrome. BMJ Clinical Research. 2012;344:e3056 https://doi.org/10.1136/bmj.e3056

Scholz, H., Benes, H., Happe, S., Bengel, J., Kohnen, R., & Hornyak, M. (2011). Psychological distress of patients suffering from restless legs syndrome: a cross-sectional study. Health and Quality of Life Outcomes, 9(73), https://doi.org/10.1186/1477-7525-9-73

Trenkwalder, P. C., Paulus, W., & Walters, A. C. (2005). The restless legs syndrome. The Lancet Neurology, 4(8), 465-475. https://doi.org/10.1016/S1474-4422(05)70139-3

 

 

What do you think?

10 Points
Upvote Downvote

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Ψtalk: “Το άγχος μου με πνίγει.”

4 τύποι Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής