Social media και αυτοεκτίμηση: πώς μας επηρεάζει η χρήση τους
photo by Tracy Le Blanc in pexels.com

Social media και αυτοεκτίμηση: πώς μας επηρεάζει η χρήση τους

 

Τα Social media (κοινωνικά δίκτυα στα ελληνικά) αποτελούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής των περισσότερων από εμάς, καθώς τα χρησιμοποιούμε για να ενημερωθούμε, να ψυχαγωγηθούμε, να επικοινωνήσουμε με φίλους και γνωστούς ακόμα και για να προωθήσουμε τη δουλειά μας. Μερικές από τις πιο δημοφιλείς εφαρμογές παγκοσμίως είναι το Facebook, το YouTube, το Instagram, το TikTok και το Snapchat. Στις θετικές όψεις της χρήσης τους συγκαταλέγεται η διευκόλυνση της επικοινωνίας και η βελτίωση της αίσθησης του ανήκειν. Από την άλλη πλευρά μπορούν  να μας κάνουν να αισθανθούμε μοναξιά, απομόνωση, αυξημένο στρες καθώς και να μας ασκούν πίεση να συγκρινόμαστε διαρκώς με τους άλλους (Zsila, Reyes, 2023).

Τα τελευταία χρόνια η χρήση τους ολοένα και αυξάνεται , ιδιαίτερα στις πιο νεαρές ηλικίες, με αποτέλεσμα να έρχονται στην επιφάνεια οι άσχημες συνέπειες του εθισμού σε αυτά, ο οποίος προκύπτει σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξέλεγκτης χρήσης. Σύμφωνα με έρευνες που έχουν γίνει μέχρι στιγμής, η συνεχής ενασχόληση με τα κοινωνικά δίκτυα σχετίζεται με μειωμένη παραγωγικότητα, με μη υγιείς κοινωνικές σχέσεις και γενικότερα με ένα συνολικά φτωχό αίσθημα ικανοποίησης από τη ζωή.

Το πιο σημαντικό πλήγμα όμως, το δέχεται η αυτοεκτίμησή μας αφού ο ολοένα αυξανόμενος χρόνος παραμονής στο Facebook για παράδειγμα συνδέεται στενά με τη μείωσή της. Η αυτοεκτίμηση, όπως μπορεί να έχετε ξαναδιαβάσει, είναι ο συνδυασμός δύο διακριτών εννοιών: του αυτο-σεβασμού των ατόμων και της αυτοπεποίθησής τους. Όσο οι άνθρωποι περνούν περισσότερο χρόνο στο Facebook ή και σε οποιοδήποτε αντίστοιχο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, επισκέπτονται διαρκώς τα προφίλ των άλλων και με αυτό τον τρόπο, μέσω της διαρκούς έκθεσης και της σύγκρισης που αναπόφευκτα προκύπτει μεταξύ της δικής τους εικόνας και αυτής των άλλων ατόμων, αρχίζουν να ζηλεύουν ορισμένα άτομα (ή χαρακτηριστικά αυτών) που πιστεύουν ότι είναι ανώτερα ή καλύτερα από αυτούς σε διάφορους τομείς (Jan, Soomro, Ahmad, 2017). Τα αποτελέσματα της προσωρινής έκθεσης στα προφίλ των μέσων κοινωνικής δικτύωσης  δείχνουν ότι η αυτοεκτίμηση και οι σχετικές αυτοαξιολογήσεις των συμμετεχόντων ήταν χαμηλότερες όταν το προφίλ του ατόμου που τους παρουσιαζόταν περιείχε πληροφορίες σύγκρισης που μπορούν να θεωρηθούν ”ανώτερες” (π.χ. δραστήριο κοινωνικό κύκλο, υγιεινές συνήθειες, υψηλό στάτους) από ό,τι όταν το προφίλ περιείχε ”κατώτερες” πληροφορίες προς σύγκριση (π.χ. χαμηλό στάτους, ανθυγιεινές συνήθειες κλπ). Με λίγα λόγια, τείνουμε να αισθανόμαστε πιο άσχημα όταν παρουσιάζονται μπροστά μας άνθρωποι οι οποίοι φαινομενικά διάγουν μια τέλεια ζωή χωρίς τα προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίζουμε εμείς.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να κάνουμε στον τρόπο με τον οποίο η εκτεταμένη χρήση των κοινωνικών δικτύων επιδρά σε παιδιά και εφήβους, μια αρκετά ευαίσθητη -λόγω των χαρακτηριστικών της- ομάδα του πληθυσμού. Στις μέρες μας, είναι γεγονός πως τα παιδιά αυτών των ηλικιών δύσκολα μπορούν να φανταστούν τις ζωές τους χωρίς social media. Η αλόγιστη προσήλωση των νέων στα κοινωνικά δίκτυα και ο μιμητισμός των προτύπων που ακολουθούν με σκοπό να γίνουν αρεστοί στους συνομήλικους επιφέρει διάφορες σωματικές και ψυχολογικές δυσκολίες με ένα εκ των αποτελεσμάτων να είναι το χρόνιο έλλειμμα ύπνου, το οποίο όπως είναι αναμενόμενο έχει στη συνέχεια αρνητική επίδραση στη γνωστική ικανότητα, τις σχολικές επιδόσεις και την κοινωνικο-συναισθηματική τους λειτουργία. Η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μεταξύ των εφήβων σχετίζεται συν τοις άλλοις και με την αύξηση της γενικότερης ψυχικής δυσφορίας, των αυτοτραυματιστικών συμπεριφορών και εν τέλει της αυτοκτονίας.

Ανακεφαλαιώνοντας, τα κοινωνικά δίκτυα έχουν έρθει για να να μείνουν και για να διευκολύνουν αρκετές πτυχές της ζωής μας. Αυτό που οφείλουμε εμείς να κάνουμε για να τα χρησιμοποιούμε σωστά (και όχι εκείνα εμάς) είναι να περιορίζουμε τη χρήση τους με βάση τα δικά μας όρια και ανάγκες, ούτως ώστε να μη γίνεται κατάχρηση. Σε ο,τι αφορά τα παιδιά και τους εφήβους, οι γονείς και έπειτα το σχολείο και η κοινωνία μέσα στην οποία μεγαλώνει ένα παιδί είναι αυτοί που έχουν την ευθύνη όχι μόνο για το ποσοστό της χρήσης και τρόπου διαχείρισης των social, αλλά και για την εκπαίδευση στην ορθή χρήση τους.

 

Βιβλιογραφία

Jan, M., Soomro, S. A., & Ahmad, N. (2017). Impact of Social Media on Self-Esteem. European Scientific Journal, ESJ, 13(23), 329–341.  https://doi.org/10.19044/esj.2017.v13n23p329

Khalaf, A. M., Alubied, A. A., Khalaf, A. M., & Rifaey, A. A. (2023). The Impact of Social Media on the Mental Health of Adolescents and Young Adults: a Systematic Review. Cureus, 15(8). https://doi.org/10.7759/cureus.42990.

Sun, Y., & Zhang, Y. (2020). A review of theories and models applied in studies of social media addiction and implications for future research. Addictive Behaviors, 114(1). https://doi.org/10.1016/j.addbeh.2020.106699.

Vogel, E. A., Rose, J. P., Roberts, L. R., & Eckles, K. (2014). Social comparison, social media, and self-esteem. Psychology of Popular Media Culture, 3(4), 206–222. https://psycnet.apa.org/record/2014-33471-001.

Zsila, Á., & Eric, M. (2023). Pros & cons: Impacts of Social Media on Mental Health. BMC Psychology, 11(1). https://doi.org/10.1186/s40359-023-01243-x.

 

Επιμέλεια άρθρου: Δράνη Φωτεινή – Δέσποινα, Ψυχολόγος BSc, MScc

ΚοινοποίησηFacebookLinkedIn
Γραμμένο από
Μαρία Καραδήμα
Συμμετοχή στη συζήτηση

Archives

Categories