in

Ψtalk: “Είχα και έχω σεξουαλικές σκέψεις με ανήλικους. Είμαι παιδόφιλη;”

Απαντά η Ειρήνη Παναγιωτίδου, Ψυχολόγος

Είχα κι έχω σεξουαλικές σκέψεις ότι είμαι παιδόφιλος. Αυτές οι σκέψεις με διέγειραν και ταυτόχρονα με τρομοκράτησαν. Και για τον παραπάνω λόγο άρχισα να τρομάζω και να πιστεύω ότι είμαι παιδόφιλος. Αυτό μου συνέβη όταν εργαζόμουν ως συνοδός σε παιδάκια για κολυμβητήριο. Την ώρα που ήταν γυμνά άρχισα να λέω “γιατί το κοίταξα, τι σκέφτηκα;” αν ήταν μια καταπιεσμένη επιθυμία. Πράγμα που ενίοτε δεν έχω. Κι άρχισα να νιώθω περίεργα. Άρχισα να μπερδεύομαι και να κάνω ψυχαναγκασμούς συνεχώς μέχρι σήμερα. Παρόλο που έχω συμβουλευτεί ψυχίατρο δε μπορούσα και μου είναι περίπλοκο να προσπαθώ να ξεχωρίσω τις ιδεοληψίες τέτοιου τύπου από τη παιδοφιλία. Λογικά μάλλον αυτό που θα κάνει τη διαφορά θα είναι σίγουρα ότι αποστρέφομαι και φοβάμαι τις σκέψεις αυτές παρόλα τα συναισθήματα που μου προκάλεσαν και με ‘κάναν να πιστεύω. Το γεγονός ότι δεν θα έκανα ψυχαναγκασμούς και δε θα είχα αμφιβολίες αν ήμουν παιδόφιλος και το μόνο που θα είχα θα ήταν επιθυμία και σίγουρα δε θα φοβόμουν.

Από την: Χαρά


Αγαπητή Χαρά,

Αρχικά, θα ήθελα να σ’ ευχαριστήσω για την εμπιστοσύνη που μου δείχνεις με ένα τόσο ευαίσθητο θέμα και σημαντικό προβληματισμό για σένα. Αντιλαμβάνομαι την ιδιαιτερότητα ενός τέτοιου ζητήματος και είναι γενναίο εκ μέρους σου που το εκφράζεις.

Η αναζήτηση υποστήριξης ήδη προδιαθέτει πως έχεις κάνει τη δική σου έρευνα επί του θέματος. Επέτρεψε μου να χαρακτηρίσω την απόφασή σου να συμβουλευτείς έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας ως βασική και εξαιρετικά σημαντική. Αυτή είναι η βασική πηγή πληροφοριών για την εκάστοτε περίπτωση. Όση βιβλιογραφία και αν σου παραθέσω, όσο και αν εσύ η ίδια διαβάσεις για την Ψυχαναγκαστική-Καταναγκαστική Διαταραχή και την Παιδοφιλία, η προσωπική αξιολόγηση και παρέμβαση δεν μπορούν να αντικατασταθούν. Αυτό βέβαια βασίζεται στο γεγονός πως ένας εξειδικευμένος επαγγελματίας ασχολείται αποκλειστικά με εσένα και όχι με έναν οποιονδήποτε άνθρωπο που ίσως παρουσιάζει παρόμοια στοιχεία. Είναι λοιπόν σημαντικό, όταν φυσικά εμπιστεύεσαι την επαγγελματική του κρίση, να την λαμβάνεις υπόψη.

Για να μιλήσουμε όμως πιο συγκεκριμένα και να μπορέσω να απαντήσω στον προβληματισμό σου θα αναφερθώ σε στοιχεία. Σ’ αυτή τη περίπτωση με τον όρο στοιχεία εννοώ την βιβλιογραφία που βασίζεται σε επιστημονική έρευνα. Έτσι λοιπόν, ίσως θα ήταν βοηθητικό να αναφερθούμε στην Ψυχαναγκαστική- Καταναγκαστική/ Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή και την Παιδοφιλία όπως ορίζονται στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών στην πέμπτη και πιο πρόσφατη έκδοση του (DSM V). Αυτό είναι ένα βασικό εργαλείο για την διάγνωση μίας ψυχικής διαταραχής. Ξεκινώντας με την Ψυχαναγκαστική-Καταναγκαστική Διαταραχή, η διάγνωση της προϋποθέτει την παρουσία ψυχαναγκασμών, καταναγκασμών ή και των δύο. Οι ψυχαναγκασμοί ορίζονται ως επαναλαμβανόμενες, παρεμβατικές, επίμονες και ανεπιθύμητες σκέψεις, παρορμήσεις ή εικόνες (δεν μπορεί το άτομο να τις σταματήσει) που προκαλούν έντονο άγχος και δυσφορία. Το άτομο προσπαθεί να αγνοήσει ή να καταπιέσει ή να εξουδετερώσει τους ψυχαναγκασμούς με άλλες σκέψεις ή πράξεις (κάνοντας καταναγκασμούς). Πολλοί άνθρωποι φυσικά βιώνουν σύντομες, παρεμβατικές σκέψεις κατά διαστήματα, όπως το να σκέφτονται συνέχεια ένα τραγούδι, ή να τους έρχεται στο μυαλό μία συγκεκριμένη εικόνα, ή να έχουν μία παρόρμηση να συμπεριφερθούν ανάρμοστα σε μία κατάσταση. Αυτά όμως δεν μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε έτσι απλά ως ψυχαναγκασμούς.  Ταυτόχρονα, οι καταναγκασμοί ορίζονται ως επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ή νοητές ενέργειες (π.χ. μία προσευχή, επανάληψη λέξεων κλπ.) που το άτομο νιώθει την παρόρμηση να κάνει ως αντίδραση σε έναν ψυχαναγκασμό (σκέψη, εικόνα, παρόρμηση) ή σύμφωνα με κανόνες που πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Οι συμπεριφορές αυτές ή οι νοητές ενέργειες στοχεύουν στην αποτροπή ή μείωση του άγχους ή της δυσφορίας ή την αποτροπή ενός συμβάντος/ μίας κατάστασης. Ρεαλιστικά δεν μπορούν να εξουδετερώσουν ή να αποτρέψουν αυτό στο οποίο στοχεύουν ή είναι υπερβολικές. Οι ψυχαναγκασμοί ή οι καταναγκασμοί είναι χρονοβόροι (π.χ., παίρνουν >1 ώρα/ημέρα) ή προκαλούν σημαντική δυσφορία ή εξασθένηση στην κοινωνική, εργασιακή ή άλλη σημαντική πτυχή της λειτουργικότητας. Η συχνότητα και βαρύτητα των ψυχαναγκασμών και καταναγκασμών διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Για το άτομο που βιώνει αυτή τη συνθήκη, οι σκέψεις αυτές και οι συμπεριφορές φαντάζουν ασταμάτητες, εκτός ελέγχου. Το περιεχόμενο τους διαφέρει από άτομο σε άτομο. Συχνά εμφανίζονται περιεχόμενα όπως η καθαριότητα, η συμμετρία, οι απαγορευμένες σκέψεις ή ταμπού (π.χ. σεξουαλικού περιεχομένου, επιθετικότητας, θρησκείας κλπ.), πρόκληση ζημιάς (στον εαυτό ή σε άλλους). Τα άτομα μπορεί να εμφανίζουν αυξημένη αίσθηση ευθύνης, τάση υπερεκτίμησης της απειλής, τελειομανία και χωρίς ανοχή για την αβεβαιότητα, υπερβολική βαρύτητα στις σκέψεις (π.χ., πιστεύει πως αν σκεφτεί κάτι απαγορευμένο, είναι εξίσου κακό με να το κάνει) και την ανάγκη να ελέγχουν τις σκέψεις τους. Μία προσέγγιση επεξήγησης υποστηρίζεται πως τα άτομα με ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική όσο περισσότερο προσπαθούν να καταπιέσουν τις σκέψεις, τις παρορμήσεις ή τις εικόνες που τους προκαλούν δυσφορία τόσο περισσότερο επιβαρύνουν την κατάσταση. Το γνωστό παράδειγμα είναι πως αν σου πω να μη σκεφτείς έναν ελέφαντα του πετάει είναι πολύ πιθανό πως θα το σκεφτείς. Το υψηλό αίσθημα ευθύνης και η αντίληψη πως αν σκεφτείς κάτι είναι πιθανό να συμβεί και στη πραγματικότητα, μπορεί να οδηγήσουν στην απόπειρα καταπίεσης των σκέψεων. Στην πράξη δεν είναι μία προσέγγιση που μπορεί να οδηγήσει στον έλεγχο των ψυχαναγκασμών.

Στον αντίποδα χρειάζεται να μιλήσουμε και για την Παιδοφιλία στην οποία επίσης αναφέρθηκες. Η παιδοφιλία ως διαταραχή που περιλαμβάνεται στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών, προϋποθέτει την παρουσία, για τουλάχιστον 6 μήνες, έντονων σεξουαλικά διεγερτικών φαντασιώσεων, παρορμήσεων, ή συμπεριφορών που περιλαμβάνουν πράξεις με προεφηβικής ηλικίας παιδιά ή παιδία ( παιδία 13 ετών ή μικρότερα). Το άτομο με παιδοφιλία έχει ενδώσει σ’ αυτές τις φαντασιώσεις ή αυτές του προκαλούν έντονη δυσφορία ή διαπροσωπικές δυσκολίες. Το άτομο για να διαγνωστεί πρέπει να είναι τουλάχιστον 16 ετών και τουλάχιστον 5 χρόνια μεγαλύτερος από το παιδί. Η διαταραχή αυτή λοιπόν δεν προϋποθέτει απλά την ύπαρξη σεξουαλικής έλξης προς παιδιά.  Η διάγνωση γίνεται όταν το άτομο ενδίδει στις παρορμήσεις που έχει με παιδιά ή όταν αυτές οι παρορμήσεις γίνονται τόσο συχνές και έντονες που του προκαλούν δυσφορία. Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που αναγνωρίζουν το έντονο ενδιαφέρον τους για τα παιδιά που υποδεικνύει ότι το σεξουαλικό ενδιαφέρον προς τα παιδιά είναι μεγαλύτερο από ή ισάξιο με το σεξουαλικό ενδιαφέρον προς ενήλικες. Υπάρχουν και οι περιπτώσεις που το άτομο αρνείται πως έχει φαντασιώσεις και παρορμήσεις που σχετίζονται με παιδία, αλλά έχει προσεγγίσει παιδιά σε διάφορες περιπτώσεις. Συσχετιζόμενο πορνογραφικό υλικό συχνά λαμβάνεται υπόψη. Μπορεί να οφείλεται σε παράγοντες ιδιοσυγκρασίας, όπως μία ευρύτερη αντικοινωνική συμπεριφορά, σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η σεξουαλική κακοποίηση του ίδιου του ατόμου κατά την παιδική ηλικία και σε βιολογικούς παράγοντες. Σε κάποιες περιπτώσεις ενδείκνυται ως διαφορική διάγνωση η Ψυχαναγκαστική-Καταναγκαστική Διαταραχή. Αυτό σημαίνει πως η εικόνα που παρουσιάζει το άτομο εξηγείται καλύτερα μέσα από τη διαφορετική διάγνωση. Συγκεκριμένα σ’ αυτήν την περίπτωση το άτομο εκφράζει την ανησυχία για πιθανή έλξη προς παιδιά. Συνήθως όμως το άτομο δεν παρουσιάζει σεξουαλικές σκέψεις για παιδιά κατά τη διάρκεια έντονης ερωτικής διέγερσης. Είναι πιθανό επίσης σ’ αυτές τις περιπτώσεις το άτομο να παρουσιάζει και άλλες παρεμβατικές σεξουαλικές σκέψεις πέραν αυτών που σχετίζονται με παιδιά. Τελειώνοντας και με τη παιδοφιλία είναι σημαντικό να αναφέρουμε πως άτομα μ’ αυτή τη διαταραχή, δύσκολα αναζητούν βοήθεια.

Μία ακόμα διευκρίνηση είναι πως σε μία κατηγορία Ψυχαναγκαστικής-Καταναγκαστικής Διαταραχής υπογραμμίζεται  το θέμα ανεπιθύμητων σεξουαλικών σκέψεων με παιδιά. Σ’ αυτήν την περίπτωση το άτομο μπορεί να φέρνει στο μυαλό του παρελθοντικά γεγονότα που αποδεικνύουν την παιδοφιλία, να κάνει σκέψεις για το αν μπορεί στο μέλλον να γίνει παιδόφιλος και βρίσκει τρόπους για να το αποτρέψει, να τεστάρει αν βιώνει κάποια σωματική αντίδραση όταν βλέπει ένα παιδί, να τσεκάρει αν ακόμα έλκεται από ενήλικους, να αποφεύγει μέρη με παιδιά, να συγκρίνει τον εαυτό του με άλλους παιδόφιλους για να αντιληφθεί αν όντως, να ψάχνει επιβεβαίωση από άλλους ότι δεν είναι κλπ.

Διαβάζοντας όλα τα παραπάνω ίσως κάποια πράγματα να σου ήταν ήδη γνωστά. Θεώρησα όμως σημαντικό να τα αναφέρω δεδομένου ότι σε απασχολεί ο διαχωρισμός αυτών των δύο συνθηκών. Σαφώς και δεν θα μπορούσα να σου δώσω με σιγουριά μία απάντηση που ίσως και να σε παραπλανούσε. Όπως ανέφερα και στην αρχή, μία εξειδικευμένη αξιολόγηση, όπως αυτή που πήρες από τον ψυχίατρο μπορεί να σου προσφέρει μία ξεκάθαρη εικόνα. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες, θα σε ρωτούσα αν υπήρξε κάποιο σημείο στο οποίο ταυτίστηκες; Διαβάζοντας όλα τα παραπάνω υπάρχει κάποιο σημείο στο οποίο βλέπεις τον εαυτό σου; Σε ανησυχεί περισσότερο το αν είσαι παιδόφιλος; Κάνεις σκέψεις τύπου: «θα μπορούσα στα αλήθεια να είμαι παιδόφιλος;» και μετά ψάχνεις το ανάλογο υλικό και συγκρίνεις τον εαυτό σου; Κάνεις μία τέτοιου σεξουαλικού περιεχομένου σκέψη και μετά προσπαθείς να την εξουδετερώσεις με έναν καταναγκασμό π.χ. να προσευχηθείς, να επαναλάβεις πολλές φορές ότι δεν είσαι παιδόφιλος κλπ.; Κάνοντας αυτές τις νοητές ενέργειες ή πράξεις ανακουφίζεσαι ή πιστεύεις ότι το αποτρέπεις από το να συμβεί; Αισθάνεσαι πως επειδή το σκέφτεσαι είναι πιθανό να συμβεί; Σκέφτεσαι «και αν όντως το κάνω;» και έτσι αποφεύγεις πια δουλειές που σχετίζονται με παιδιά; Κάνεις άλλες σεξουαλικού τύπου σκέψεις που σου προκαλούν δυσφορία;  Αισθάνεσαι ερωτική έλξη για παιδία; Παρακολουθείς πορνογραφικό υλικό που περιλαμβάνει παιδιά; Αισθάνεσαι πως ελκύεσαι τόσο από παιδιά όσο και από ενήλικες;  

Ίσως οι απαντήσεις σου σε κάποιες από αυτές τις ερωτήσεις να μπορέσουν να κάνουν πιο ξεκάθαρο τον διαχωρισμό για σένα.

Όλες τις παραπάνω πληροφορίες, συγκεντρωμένες, ίσως να μπορέσουν να σου προσφέρουν μία πιο ξεκάθαρη εικόνα. Το πιο σημαντικό είναι να κρατήσεις εκείνα τα στοιχεία που θεωρείς πως περιγράφουν αυτό που βιώνεις καλύτερα. Χρησιμοποίησες η ίδια τον όρο ψυχαναγκασμό. Έτσι λοιπόν, αν ο όρος αυτός συμπίπτει με αυτόν που διάβασες στην απάντηση μου, τότε ίσως γίνει λιγότερο περίπλοκο. Ταυτόχρονα, ναι, το αίσθημα αποστροφής είναι ένας επιπλέον παράγοντας. Πώς αντιμετωπίζεις αυτό το αίσθημα; Μήπως χρειάζεται να αναγνωρίζεις και κάποιον καταναγκασμό τον οποίο κάνεις;

Ολοκληρώνοντας, θα ήθελα να κλείσω όπως ακριβώς ξεκίνησα. Με άλλα λόγια, θα ήθελα και πάλι να σ’ ευχαριστήσω για τον χρόνο σου, ελπίζοντας πως όλο αυτό με κάποιο τρόπο κατάφερε να είναι βοηθητικό για σένα. Έχεις κάνει ήδη ένα σημαντικό βήμα, αναζητώντας εξειδικευμένη συμβουλή. Αντιλαμβάνομαι πως σε απασχολεί ιδιαίτερα αυτό το θέμα και ίσως αυτή η κατεύθυνση να αποδειχθεί όσο το δυνατότερο βοηθητική μπορεί να είναι για σένα.

Με εκτίμηση.

 

Βιβλιογραφία:

-American Psychiatric Association. (2013). Anxiety disorders. In Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.).

– Kring, A. M., & Johnson, S. L. (2014). Abnormal Psychology: The Science and Treatment of Psychological Disorders (13th ed.). Wiley.

– https://www.treatmyocd.com/blog/pocd-symtoms-and-treatment

What do you think?

13 Points
Upvote Downvote

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Η θετική όψη των αλλαγών

Σύνδρομο Williams