in

Γράφει η Ηρώ Νούση, Ψυχολόγος -Ψυχοθεραπεύτρια

Τι είναι η Ψυχανάλυση;

Η Ψυχανάλυση είναι τόσο μία θεωρία για τον ανθρώπινο νου όσο και μία θεραπευτική μέθοδος. Εγκαθιδρύθηκε από τον Sigmund Freud μεταξύ 1885 και 1939 και συνεχίζει να αναπτύσσεται από ψυχαναλυτές σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Δίνει ιδιαίτερο βάρος στις παιδικές εμπειρίες και στα πρώιμα ψυχικά τραύματα του ατόμου και αφορά στην κατανόηση της ψυχικής ζωής του κάθε ατόμου.
Η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται, κυρίως, από ασυνείδητες δυνάμεις που πηγάζουν από πρωτόγονες ορμές, ένστικτα και ανάγκες, πέρα από την κοινή λογική. Ο σχηματισμός της προσωπικότητας του ατόμου είναι αποτέλεσμα μιας σύνθεσης ή ενός συμβιβασμού των ασυνείδητων αυτών δυνάμεων και της πραγματικότητας του εξωτερικού κόσμου που περιβάλλει το άτομο.

Βασικές έννοιες της Ψυχανάλυσης:

Οι αρχικές ανακαλύψεις του Freud τον οδήγησαν σε ορισμένες ρηξικέλευθες νέες έννοιες:

Το Ασυνείδητο: η ψυχική ζωή εκτείνεται πέραν αυτού που είναι συνειδητό και, επίσης, πέραν από αυτού που είναι προσυνειδητό, υπό την έννοια αυτού που θα μπορούσαμε να συνειδητοποιήσουμε, άπαξ και προσπαθούσαμε να το σκεφτούμε. Μείζον τμήμα του ψυχισμού μας είναι ασυνείδητο, και είναι προσβάσιμο μόνον με ψυχανάλυση.

Τα Πρώιμα Παιδικά Βιώματα είναι κράμα φαντασιώσεων και πραγματικότητας. Χαρακτηρίζονται από παθιασμένες επιθυμίες, ανεξέλεγκτες ορμές και βρεφικά άγχη. Η επιθυμία ελέγχου και ανεξαρτησίας, για παράδειγμα, συνδέεται με φόβους χειραγώγησης ή εγκατάλειψης⋅ ο αποχωρισμός από έναν σημαντικό φροντίζοντα μπορεί να μας κάνει να αισθανόμαστε εκτεθειμένοι, αβοήθητοι και μόνοι⋅ η αγάπη για τον ένα γονέα ενέχει τον κίνδυνο απώλειας της αγάπης του άλλου. Οι πρώιμες, επομένως, επιθυμίες και οι πρώιμοι φόβοι καταλήγουν σε συγκρούσεις που όταν δεν μπορούν να επιλυθούν απωθούνται και γίνονται ασυνείδητες/- οι.

Η Ψυχοσεξουαλική Ανάπτυξη: Ο Freud αναγνώρισε ότι η σταδιακή ωρίμανση των σωματικών λειτουργιών που επικεντρώνονται στις ερωτογενείς ζώνες (στόμα, πρωκτός, γεννητικά όργανα) συνοδεύεται από βιώματα ευχαρίστησης και φόβου, τα οποία βιώνονται σε σχέση με τα άτομα που φροντίζουν το βρέφος και αυτά δομούν την ανάπτυξη του ψυχισμού (του).

Το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα είναι το κύριο σύμπλεγμα όλων των νευρώσεων. Το παιδί στην ηλικία των τεσσάρων έως έξι συνειδητοποιεί την σεξουαλική φύση της σχέσης των γονιών του, από την οποία έχει αποκλειστεί. Τα αισθήματα ζήλιας και αντιπαλότητας που έρχονται στο προσκήνιο πρέπει να διευθετηθούν μαζί με τα ερωτήματα του ποιο είναι το αρσενικό και ποιο το θηλυκό, ποιόν μπορεί να αγαπάει και ποιόν να παντρευτεί, πώς γίνονται και πώς γεννιούνται τα μωρά και τι μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει το παιδί συγκριτικά με τον ενήλικα. Ο τρόπος
απάντησης στα ρηξικέλευθα αυτά ερωτήματα θα διαμορφώσει το χαρακτήρα του ψυχισμού του ενήλικα και το υπερ- εγώ.

Η Απώθηση είναι η δύναμη που κρατάει ασυνείδητες τις επικίνδυνες φαντασιώσεις που σχετίζονται με ανεπίλυτα τμήματα των παιδικών συγκρούσεων.

Τα Όνειρα είναι Εκπληρώσεις Επιθυμιών. Πολύ συχνά εκφράζουν την εκπλήρωση βρεφικών σεξουαλικών επιθυμιών ή φαντασιώσεων. Εφόσον εμφανίζονται μεταμφιεσμένα (ως παράλογες, παράξενες ή ασυνάρτητες σκηνές) χρειάζονται ανάλυση για ν’ αποκαλύψουν το ασυνείδητο νόημα τους. Ο Freud αποκάλεσε την ερμηνεία των ονείρων ως τη βασιλική οδό προς το ασυνείδητο.

Ο Ελεύθερος Συνειρμός αναφέρεται στην ανάδυση σκέψεων, συναισθημάτων και φαντασιώσεων, όταν αυτά δεν αναστέλλονται από περιορισμούς λόγω φόβου, ενοχής και ντροπής

Το Εγώ, το Εκείνο και το Υπερ-Εγώ:

– Το Εγώ είναι η βασική έδρα του συνειδητού, ο μεσολαβητής του ψυχισμού που ασκεί τις απωθήσεις και απαρτιώνει και στερεώνει τις ποικίλες ορμές και τάσεις προτού μεταφρασθούν σε πράξη.
– Το Εκείνο είναι το ασυνείδητο τμήμα του ψυχισμού, το μέρος των απωθημένων και απροσπέλαστων μνημονικών ιχνών της πρώτης εποχής της ζωής.
– Το Υπερ-εγώ είναι ο οδηγός και η συνείδηση του νου, εκεί που συγκρατούνται οι απαγορεύσεις προς τήρηση και τα ιδανικά προς επιδίωξη.

Πως εφαρμόζεται;

Η ψυχανάλυση είναι μία ομιλητική θεραπεία που βασίζεται στη μέθοδο του ελεύθερου συνειρμού. Σύμφωνα με τον θεμελιώδη κανόνα της, ο ασθενής καλείται να πει οτιδήποτε έρχεται στο νου του, χωρίς περιορισμούς όπως το να υπολογίζει πού τα λέει, να προσέχει πώς εκφράζεται, να ντρέπεται ή να αισθάνεται ενοχή ή άλλες ενστάσεις.

Με την τήρηση του κανόνα αυτού, οι σκέψεις του ασθενή μπορεί να καταλήξουν σε αναπάντεχες συσχετίσεις, να αποκαλύψουν συνδέσεις με επιθυμίες και άμυνες που δεν ήταν συνειδητά προσιτές και να οδηγηθούν στις ασυνείδητες ρίζες των μέχρι τότε ανεπίλυτων συγκρούσεων. Η επίλυση αυτών των συγκρούσεων, η αλλαγή οπτικής γωνίας ή η σίγαση τους θα απελευθερώσει το νου του ασθενή από παλιές αναστολές και θα δημιουργήσει χώρο για νέες επιλογές.

Η κλασική ψυχανάλυση λαμβάνει χώρα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο:

Ο ασθενής είναι ξαπλωμένος αναπαυτικά στο ντιβάνι και λέει οτιδήποτε έρχεται στο νου του, χωρίς να αποσπάται η προσοχή του από την οπτική επαφή με τον αναλυτή που κάθεται συνήθως πίσω από το ντιβάνι. Η αναλυτική συνεδρία διαρκεί συνήθως 45 ή 50 λεπτά. Για να υπάρχει μία συνέχεια στην εμβάθυνση της αναλυτικής διαδικασίας, η συχνότητα των ψυχαναλυτικών συνεδριών είναι κατά προτίμηση τρεις, τέσσερις ή πέντε φορές την εβδομάδα.

Σε μια ψυχαναλυτική ή ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία, η συνεδρία πραγματοποιείται πρόσωπο με πρόσωπο (ο ένας απέναντι στον άλλον) και η συχνότητα των εβδομαδιαίων συνεδριών είναι μειωμένη.

Υπάρχει πλήρης εχεμύθεια στη θεραπεία, στη διάρκεια της οποίας ο αναλυόμενος μιλά για τις πλέον ιδιωτικές και ευαίσθητες πλευρές του εαυτού του.

Η χρονική διάρκεια μίας ψυχανάλυσης είναι δύσκολο να προβλεφθεί. Αναμένεται ένας μέσος όρος τριών έως πέντε ετών, αν και κάθε μεμονωμένη περίπτωση μπορεί να χρειασθεί λιγότερο ή περισσότερο χρόνο για να ολοκληρωθεί. Εντούτοις, τόσο ο ασθενής όσο και ο αναλυτής είναι ελεύθεροι να αποφασίσουν, οποιαδήποτε στιγμή, να διακόψουν ή να τερματίσουν την ανάλυση.

Ο ψυχαναλυτής προέρχεται κυρίως από τους χώρους της ψυχιατρικής, της ψυχολογίας και των ανθρωπιστικών επιστημών. Είναι κάποιος που έχει εξειδικευτεί, έχει πραγματοποιήσει προσωπική ανάλυση και έχει κριθεί κατάλληλος και επαρκής γι’ αυτό το επάγγελμα.

Ποια είναι τα οφέλη;

Η συνομιλία με έναν ειδικευμένο ψυχαναλυτή σε ένα κλίμα ασφάλειας θα οδηγήσει τον ασθενή να ξεχωρίσει την εξωτερική από την εσωτερική πραγματικότητα, να κατανοήσει ότι η αιτία της δυσφορίας του δεν είναι πάντα η εξωτερική πραγματικότητα αλλά πολλές φορές ο εσωτερικός του ψυχικός κόσμος.

Η συνειδητοποίηση και επεξεργασία ολοένα και περισσότερων πτυχών του μέχρι πρότινος άγνωστου εσωτερικού του κόσμου (σκέψεις και αισθήματα, αναμνήσεις και όνειρα) θα ανακουφίσουν τον ψυχικό πόνο, θα τον ελευθερώσουν από τις ψυχικές συγκρούσεις και θα προωθήσουν την ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Σε τι διαφέρει από τις υπόλοιπες θεραπείες;

Η ψυχαναλυτική θεραπευτική τεχνική δεν στοχεύει στην απλή διανοητική περιγραφή και επίλυση προβλημάτων. Ασχολείται με την εκτεταμένη διερεύνηση του ασυνείδητου μέσω του ελεύθερου συνειρμού και στοχεύει στην κατανόηση των ασυνείδητων διεργασιών και των εσωτερικών συγκρούσεων, προκειμένου το άτομο να επιτύχει μία εσωτερική ψυχική συνέχεια, μια καλύτερη λειτουργικότητα και να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο των καταστάσεων που τον προβληματίζουν.

Σε ποιους απευθύνεται;

Η ψυχανάλυση και η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία απευθύνεται σε άτομα που αισθάνονται εγκλωβισμένα σε επαναλαμβανόμενα ψυχικά προβλήματα, που στέκονται εμπόδιο στις δυνατότητές τους να νιώσουν ευτυχισμένοι με τους συντρόφους, την οικογένεια και τους φίλους τους καθώς και επιτυχημένοι και ικανοποιημένοι στην εργασία τους και στην καθημερινότητά τους.

Τα άγχη, οι αναστολές και οι καταθλίψεις συνιστούν συχνά ενδείξεις εσωτερικών συγκρούσεων. Και οι τελευταίες οδηγούν σε δυσκολίες στις σχέσεις και, όταν δεν αντιμετωπίζονται θεραπευτικά, μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στις προσωπικές και τις επαγγελματικές επιλογές. Οι ρίζες αυτών των προβλημάτων συχνά φθάνουν βαθύτερα απ’ όσο μπορεί να φθάσει η φυσιολογική επίγνωση, γι’ αυτό και αποδεικνύονται ανεπίλυτα χωρίς ψυχανάλυση.

What do you think?

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Γράφει ο Μπούρας Γεώργιος, φοιτητής ψυχολογίας

Ο έρωτας πρέπει να είναι τυφλός;