Ψυχική Ευημερία και Ανθεκτικότητα: Πως ένα άτομο μπορεί να ανταπεξέλθει σε καταστάσεις αντίξοων συνθηκών;

Ψυχική Ευημερία και Ανθεκτικότητα: Πως ένα άτομο μπορεί να ανταπεξέλθει σε καταστάσεις αντίξοων συνθηκών;


Τις τελευταίες δεκαετίες όλο ένα και περισσότερο αυξάνεται το ενδιαφέρον των θεωρητικών και των ερευνητών από αρκετούς κλάδους, σε σχέση με την ψυχική ευημερία και την ανθεκτικότητα. Η ευεξία ως όρος αναφέρεται στο πως οι άνθρωποι και με ποιον τρόπο αξιολογούν την ζωή τους. Αυτές οι αξιολογήσεις αφορούν τις συναισθηματικές αντιδράσεις και την διάθεση ενός ατόμου, ταυτόχρονα αφορούν το επίπεδο ικανοποίησης σε διάφορους τομείς της ζωής του, όπως για παράδειγμα την κοινωνική του προσαρμογή, τις διαπροσωπικές και ρομαντικές του σχέσεις, αλλά και το εργασιακό του περιβάλλον.

Μέσα από την έρευνα έχει αναδειχθεί ότι πρωταρχικοί δεσμοί είναι ικανοί να επηρεάσουν είτε θετικά είτε αρνητικά την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση, καθώς και την γνωστική ανάπτυξη ενός ατόμου, η οποία σχετίζεται με τις δεξιότητες και την κοινωνική προσαρμογή. Ο άνθρωπος από την φύση του ως κοινωνικό ον αισθάνεται την ανάγκη να επικοινωνεί και να συνυπάρχει με άλλους ανθρώπους. Οι πρωταρχικές εμπειρίες και οι διαπροσωπικές σχέσεις που θα αναπτύξει με τους «σημαντικούς άλλους» φαίνεται να είναι αυτές που θα καθορίσουν τις σημαντικότερες πτυχές της ζωής του.

Οι πρώιμες αυτές εμπειρίες είναι αρκετά κρίσιμες καθώς είναι υπεύθυνες για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και την ανάπτυξη των διαπροσωπικών σχέσεων. Αυτές βασίζονται σε συναισθηματικές και γνωστικές αναπαραστάσεις του εαυτού και των άλλων, επηρεάζοντας με αυτόν τον τρόπο την ρύθμιση των συναισθημάτων σε όλη την διάρκεια της ζωής. Πιο αναλυτικά όσο πιο σταθερές και αποτελεσματικές τείνουν να είναι οι σχέσεις, τόσο το άτομο θα αντλεί ικανοποίηση και ευχαρίστηση από την ζωή.

Ταυτόχρονα, οι πρωταρχικοί δεσμοί που θα αναπτύξει το άτομο με τους φροντιστές του είναι αυτοί που θα συντελέσουν είτε θετικά είτε αρνητικά, σε σχέση με την αυτό-εικόνα, την αυτό-αποτελεσματικότητα και την αυτοεκτίμηση. Όσο πιο στενές, προστατευτικές  και ενθαρρυντικές είναι οι σχέσεις που αναπτύσσει ένα άτομο, τόσο περισσότερο ενισχύεται η προσωπική εξέλιξη, η διορατικότητα και η ευεξία του. Η ψυχική ευημερία και η ανθεκτικότητα σχετίζονται με το επίπεδο της ευτυχίας και της ευεξίας. Ταυτόχρονα με τον τρόπο αυτό το άτομο είναι ικανό να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις στρεσσογόνες καταστάσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει. Οι κοινωνικές δυσλειτουργίες μπορούν να σχετιστούν με την έλλειψη βασικών χαρακτηριστικών λόγω της μη λειτουργικής ανάπτυξης (προβλήματα με τους γονείς, με το σχολείο κτλ) ή και λόγω εξωτερικών αρνητικών ερεθισμάτων, αυτό θα έχει ως αντίκτυπο το άτομο να μη μπορεί να λειτουργήσει αμυντικά σε αντίξοες συνθήκες.

Με τον όρο «ψυχική ανθεκτικότητα» αναδύεται η δυναμική μιας διαδικασίας κατά την οποία το άτομο δρα θετικά στα πλαίσια της προσαρμογής. Τα άτομα αυτά διακρίνονται, έχοντας την ικανότητα να διαχειριστούν και να διατηρήσουν την ψυχική τους υγεία σε πιθανές αντίξοες συνθήκες. Πιο αναλυτικά πρόκειται για ένα προστατευτικό σύστημα διεργασιών, το οποίο επιτρέπει στο άτομο να αντισταθμίζει τις οποιεσδήποτε δυσκολίες που αντιμετωπίζει . Τα άτομα αυτά διαθέτουν μια εσωτερική δύναμη η οποία συμβάλλει στην προώθηση θετικών συναισθημάτων και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μειώνει τα αρνητικά συναισθήματα.

Με τον όρο «ψυχική ευημερία» σε σχέση με ένα ψυχικά ανθεκτικό άτομο μπορούν  να συνδεθούν αρκετές έννοιες, όπως ψυχική υγεία, ποιότητα στην καθημερινότητα, ικανοποίηση ζωής, θετική ψυχολογική λειτουργία , εξέλιξη και ισορροπία. Σύμφωνα με τον Masten (2000), λαμβάνονται υπόψιν τρεις παράγοντες /χαρακτηριστικά που θα καθορίσουν την ψυχοσύνθεση ενός ατόμου:

1) τα χαρακτηριστικά του παιδιού (π.χ. δεξιότητες 

2)η οικογένεια

 3) το σχολείο και το κοινοτικό πλαίσιο. 

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω μπορεί να προβλεφθεί αν τα αποτελέσματα θα είναι θετικά η αρνητικά.

Σύμφωνα με τους Herman et al. (1995) η βιωματική εμπειρία που σχετίζεται με το άγχος και τις στρεσσογόνες καταστάσεις μπορεί να αποτελέσει απειλή για την ψυχολογική και σωματική ευημερία ενός ατόμου. Το στρες εκτός από ψυχολογικό κατασκεύασμα, προτείνεται και από βιολογικής απόψεως, ως μια άμυνα του οργανισμού με σκοπό να προστατεύσει το άτομο από τυχόν απειλές και να του επιτρέψει την βιωσιμότητα.  Παρόλο που το στρες είναι απαραίτητο για την επιβίωση ενός ατόμου, όταν δεν διατηρείται σε φυσιολογικά πλαίσια τότε δημιουργεί είτε βραχυπρόθεσμα είτε μακροπρόθεσμα ψυχοκοινωνικά και σωματικά προβλήματα. Το στρες είναι μια κατάσταση την οποία βιώνει ο ανθρώπινος οργανισμός και σχετίζεται με πολλές πτυχές της ζωής του. Το παρατεταμένο άγχος μπορεί να επιφέρει σημαντικές επιπτώσεις , αυτές μπορεί να σχετίζονται με την διατροφή, την κατάχρηση ουσιών την μειωμένη άσκηση κτλ.

Ωστόσο, παρόλο που οι άνθρωποι είναι συνηθισμένοι να εκτίθενται σε κοινωνικά περιβάλλοντα, πολλές φορές στις κοινωνικές τους δραστηριότητες βιώνουν έντονο άγχος, αυτό εκδηλώνεται με έντονο φόβο, ντροπή ή ακόμη και από σκέψεις που σχετίζονται με την απόρριψη. Αυτό ως διαδικασία υπάρχει πιθανότητα να αυξήσει τα επίπεδα του στρες και να θέσει σε κίνδυνο την  ψυχική υγεία ενός ατόμου. Παράλληλα οι άνθρωποι που είναι κοινωνικά ευάλωτοι έχουν την τάση να αποφεύγουν τους συναισθηματικούς δεσμούς  αποτρέποντας με αυτόν τον τρόπο την πιθανή εμφάνιση της αμηχανίας ή της απόρριψης. Το κοινωνικό άγχος πολλές φορές οδηγεί στην απομόνωση και παγιώνει την ευτυχία ενός ατόμου.

Εν συνεχεία, τα παραπάνω μπορούν να εξηγηθούν μέσα από την διαδικασία της προσκόλλησης και τον τύπο δεσμού που θα αναπτύξει το παιδί με τον φροντιστή του. Η καλή γονεϊκή φροντίδα κυρίως σε πρώιμο στάδιο μπορεί να αποτελέσει προστατευτικό πυρήνα στην διαδικασία εξέλιξης, προσφέροντας στο άτομο μια ισχυρή δύναμη και μια ικανότητα να μπορεί να ανταπεξέλθει επιτυχώς σε αντίξοες συνθήκες. Η θετική αλληλεπίδραση μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την σχέση γονέα παιδιού και μέσα από τις διαπροσωπικές σχέσεις (φιλία, σχολείο, συμμαθητές). Αυτοί οι δεσμοί σε πρώιμο στάδιο είναι εκείνοι που θα πρέπει να δημιουργήσουν ένα κλίμα το οποίο θα αποτελείται από θετικές και υποστηρικτικές αλληλεπιδράσεις, για παράδειγμα φροντίδα, κατανόηση, προστατευτικότατα κτλ.

Ο Bowlby (1969), ανέπτυξε την θεωρία προσκόλλησης, η οποία αναφέρεται στον δεσμό που αναπτύσσεται μεταξύ βρέφους και φροντιστή, αυτό σημαίνει ότι η σύνδεση του κάθε ατόμου με τους «σημαντικούς άλλους»  είναι μία θεμελιώδης ανθρώπινη διαδικασία. Μέσα από την θεωρία που εισήγαγε ο Bowlby (1969), υποστηρίζεται ότι η προσκόλληση είναι μια έμφυτη ανθρώπινη ανάγκη, η οποία αποτελείται και εξελίσσεται από την δυναμική μεταξύ βρέφους και φροντιστή. Μέσα από αυτή την διαδικασία δίνεται η απαραίτητη σημασία και προσοχή  η οποία ενισχύει την επιβίωση του ατόμου.

Ο φροντιστής θα πρέπει να αποτελεί μια ασφαλής βάση κατά την οποία το βρέφος θα εξερευνά το περιβάλλον. Αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τις γνωστικές λειτουργίες και από την αλληλεπίδραση μεταξύ βρέφους και μητέρας. Το στάδιο αυτό θα καθορίσει την μετέπειτα πορεία του παιδιού και ως ενήλικα σε κοινωνικό-συναισθηματικό επίπεδο. Ο συναισθηματικός δεσμός που θα αναπτύξει σε πρώιμο στάδιο, αφορά τα πρότυπα και τις προσδοκίες που θα διαμορφώσει το άτομο τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους άλλους.

Η Ainsworth (1969), ενίσχυσε την θεωρία του Bowlby (1969) περιγράφοντας τους τύπους προσκόλλησης, βασιζόμενη  στον δεσμό που έχει αναπτύξει το βρέφος με την μητέρα. Αυτό την οδήγησε στην ταξινόμηση τεσσάρων βασικών τύπων προσκόλλησης:

1) τον ασφαλή τύπο όπου υπάρχει καλή σχέση μεταξύ βρέφους και φροντιστή 

 2) τον αμφιθυμικό τύπο, εδώ παρατηρείται ανασφαλής σχέση μεταξύ παιδιού και μητέρας, το βρέφος διακατέχεται από έντονο άγχος όταν δεν έχει επαφή με την μητέρα του, ωστόσο όταν επιστρέφει της αντιστέκεται

3) ο αγχώδης/αποφευκτικός τύπος, σε αυτή την περίπτωση παρατηρείται συναισθηματική απομάκρυνση, το βρέφος τείνει να αποφεύγει και να αδιαφορεί για την μητέρα του

4) ο αποδιοργανωμένος τύπος, το βρέφος αναμένεται  να δείξει απρόβλεπτη συμπεριφορά και ταυτόχρονα έντονο άγχος και φόβο σε σχέση με τον φροντιστή του.   

Συμπερασματικά, η ψυχική ευημερία μπορεί να σχετιστεί με πολλές έννοιες, κάποιες από αυτές είναι η ψυχική υγεία, η ποιότητα ζωής, η επίλυση βιοποριστικών ζητημάτων και ικανοποίηση ζωής, αυτά αποτελούν την ομαλή ψυχική λειτουργία και την ισορροπία στην ζωή ενός ανθρώπου. Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι η ικανότητα της θετικής προσαρμογής και τις επίλυσης προβλημάτων σε αντίξοες συνθήκες.

Παράλληλα οι πρώιμοι δεσμοί σε βρεφική ηλικία είναι αυτοί που θα καθορίσουν τις βασικές γνωστικές και αναπτυξιακές δυνατότητες στη ζωή του παιδιού, τόσο στο στάδιο της παιδικής/εφηβικής ηλικίας όσο και στην μετέπειτα ενήλικη ζωή του. Ο τρόπος με τον οποίο θα αναπτύξει τους μηχανισμούς άμυνας σε σχέση με τις αντίξοες συνθήκες, που θα κληθεί να αντιμετωπίσει και ο τρόπος διαχείρισης τους, είναι κατά βάση αποτέλεσμα του τύπου προσκόλλησης που έχει αναπτύξει με τους «σημαντικούς άλλους».

Ο τύπος προσκόλλησης είναι αυτός που θα καθορίσει  τα επίπεδα αυτό-εικόνας, αυτό-αποτελεσματικότητας και αυτοαντίληψης. Ταυτόχρονα το κοινωνικό και κοινοτικό πλαίσιο φαίνεται να διαδραματίζει εξίσου σημαντικό παράγοντα εξέλιξης σε σχέση με την ψυχική ευημερία και την ανθεκτικότητα.  Σε σχέση με τους διαπροσωπικούς δεσμούς τα χαρακτηριστικά που ευνοούν την άμυνα και την ψυχική ευημερία που σχετίζεται με την ευτυχία, είναι η προστατευτικότατα, ο σεβασμός, η κατανόηση, η φροντίδα και το ενδιαφέρον.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Aelterman, A., Engels, N., Van Petegem, K., & Pierre Verhaeghe, J. (2007). The well‐being of teachers in Flanders: the importance of a supportive school culture. Educational studies, 33(3), 285-297.

Ainsworth, M. D. S. (1969). Object relations, dependency, and attachment: A theoretical review of the infant-mother relationship. Child development, 969-1025.

Benard, B., 2004, Resiliency. What we have learned, San Francisco:West Ed.

Rutter, M. (1987). Psychosocial resilience and protective mechanisms. American Journal of Orthopsychiatry, 57, 316-331.

Bonanno, G. A. (2004). Loss, trauma, and human resilience: Have weBooks.

Bowlby J. Attachment and loss. London: Hogarth Press; 1969.

Garbarino, J. & Ganzel, B. (2000). The human ecology of early risk. In J.P. Shonkoff &S.J.   Meisels (Eds.), Handbook of Early Intervention (pp. 76-93). Cambridge:

Herman, J. P., Cullinan, W. E., Morano, M. I., Akil, H., & Watson, S. J. (1995). Contribution of the ventral subiculum to inhibitory regulation of the hypothalamo‐pituitary‐adrenocortical axis. Journal of neuroendocrinology, 7(6), 475-482.In B.Y.L., Wong & M.L. Donahue (Eds.), The social dimensions of learning

Jaime, A.; Ferran, C.; López, V. Well-being in childhood and adolescence. Psicoperspectivas 2015, 14, 1–5.

Luthar, S. S., & Suchman,  N.  E. (2000). Relational Psycho-therapy Mothers’ Group: A  developmentally  informedintervention for at-risk mothers. Development and Psycho-pathology, 12, 235–253

Masten, A. (2000). Ordinary magic: Resilience processes in development. American

Wiener, J. (2002). Friendship and social adjustment of children with learning disabilities.

Yates, T. M., Egeland, B., & Sroufe, L. A. (2003). Rethinking resilience: A developmental process perspective.

ΚοινοποίησηFacebookLinkedIn
Συμμετοχή στη συζήτηση

Archives

Categories