in ,

Πώς η αλληλεπίδραση μαθητή-εκπαιδευτικού επηρεάζει τη σχολική επίδοση;


Η σχολική επίδοση συνιστά ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Κεντρικό ρόλο  διαδραματίζουν μεταξύ άλλων τα προσωπικά κίνητρα του μαθητή για μάθηση, η αίσθηση αυτοαποτελεσματικότητάς του και οι προσωπικές του κλίσεις. Πρωτίστως, όμως, η σχολική τάξη αποτελεί ένα σημείο συνάντησης διαφορετικών προσωπικοτήτων, των εκπαιδευτικών και των μαθητών, που αλληλοεπηρεάζονται. Γίνεται, συνεπώς, αντιληπτό ότι η επικοινωνία που αναπτύσσεται μεταξύ τους έχει σημαντικό αντίκτυπο στη μαθησιακή πορεία των τελευταίων, ίσως τον σημαντικότερο.

Τι είναι, όμως, αυτό που καθιστά την αλληλεπίδραση εκπαιδευτικών και μαθητών τόσο κρίσιμη για τη σχολική επίδοση; Καταρχάς, θα χρειαστεί να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στη φύση της μεταξύ τους επικοινωνίας. Η αλληλεπίδραση εκπαιδευτικού-μαθητή θεωρείται «συμπληρωματική», με άλλα λόγια, ανάμεσα στα μέλη της υπάρχει μια ιεραρχία. Ο εκπαιδευτικός, λοιπόν, βρίσκεται σε θέση ισχύος όσον αφορά τη διαχείριση της τάξης και, άρα, θέτει τα θεμέλια για τη διαμόρφωση της επικοινωνίας με το μαθητικό κοινό.

Συγκεκριμένα, μπορούμε να διακρίνουμε τρία στυλ αλληλεπίδρασης του εκπαιδευτικού με τους μαθητές:

  • Ο «ανεκτικός εκπαιδευτικός» δίνει μεγάλο βαθμό ελευθερίας στον μαθητή, μη θέτοντας επαρκείς περιορισμούς στη συμπεριφορά του. Δίνει μεγάλη σημασία στην καλή σχέση με τους μαθητές και δεν έχει υψηλές απαιτήσεις όσον αφορά τη συμμετοχή στο μάθημα. Συχνά δεν διατηρεί τον έλεγχο της σχολικής τάξης.
  • Ο «αυταρχικός εκπαιδευτικός» βρίσκεται στο άλλο άκρο. Χαρακτηρίζεται από αυστηρότητα και έμφαση στην πειθαρχία. Στην τάξη του υπάρχουν κανόνες με συγκεκριμένες και ξεκάθαρες συνέπειες σε περίπτωση ανυπακοής. Ο εκπαιδευτικός αυτός κυριαρχεί στην επικοινωνία και ίσως στερείται μιας πιο προσωπικής επαφής με τους μαθητές. Τέλος,
  • Ο «δημοκρατικός εκπαιδευτικός» διατηρεί τον έλεγχο της τάξης, θέτει σαφή και λογικά όρια, διαμορφώνοντας παράλληλα ένα κλίμα εμπιστοσύνης και συναισθηματικής εγγύτητας με τους μαθητές.

Γίνεται ήδη εμφανής η ποιοτική διαφορά ανάμεσα στα τρία στυλ αλληλεπίδρασης. Ο ανεκτικός εκπαιδευτικός κερδίζει μεν τη συμπάθεια των μαθητών του, αλλά σε βάρος του σεβασμού προς το πρόσωπό του και συνακόλουθα της σχολικής επίδοσης των μαθητών, οι οποίοι δεν βρίσκουν κάποιο κίνητρο να ασχοληθούν συνειδητά με το μάθημά του. Ο αυταρχικός εκπαιδευτικός, από την άλλη, δημιουργεί ένα κάπως παγωμένο κλίμα μέσα στην αίθουσα που ναι μεν εξασφαλίζει τη διατήρηση της τάξης, αλλά φοβίζει τον μαθητή και τον αποθαρρύνει από την ενεργό συμμετοχή στο μάθημα. Στο δημοκρατικό στυλ αλληλεπίδρασης ο εκπαιδευτικός δεν χάνει την ιεραρχική του θέση στην αίθουσα, προσφέροντας, όμως, συγχρόνως πρόσφορο έδαφος για την έκφραση των προβληματισμών και αναγκών των μαθητών του. Πρόκειται, συνεπώς, για το πιο αποτελεσματικό στυλ αλληλεπίδρασης και αυτό που κατά κανόνα επιζητούν και οι ίδιοι οι μαθητές.

Οι μαθητές αναφέρουν την ποιότητα της επικοινωνίας με τους καθηγητές τους ως τον πιο σημαντικό παράγοντα της μαθησιακής τους εμπειρίας. Όταν η αλληλεπίδραση με τον εκπαιδευτικό έχει θετικό πρόσημο, ο μαθητής βιώνει το αίσθημα της ασφάλειας και του «ανήκειν», είναι πιο πιθανό να κινητοποιηθεί αναφορικά με τη συμμετοχή στο μάθημα και μαθαίνει βασικές αρχές επικοινωνίας με τους άλλους, γεγονός που συντελεί στην υγιή κοινωνικοσυναισθηματική του ανάπτυξη. Αντίθετα, ένα αυστηρό και ελεγκτικό περιβάλλον προκαλεί άγχος και σχετίζεται με χαμηλή επίδοση. Συνεπώς, είναι σημαντικό να δημιουργηθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης μέσα στην αίθουσα, στο οποίο οι μαθητές νιώθουν ότι γίνονται σεβαστές οι επιθυμίες και οι ανάγκες τους, δεν φοβούνται να κάνουν «χαζές» ερωτήσεις ή λάθη και έχουν αυτονομία, πάντα στο πλαίσιο συγκεκριμένων ορίων.

Περνώντας, λοιπόν, στην οπτική γωνία των μαθητών, θεωρούν σημαντικές τις καλές επικοινωνιακές δεξιότητες του εκπαιδευτικού και αυτές προδιαγράφουν τη σχολική επιτυχία. Τέτοιες δεξιότητες αφορούν στη σαφή διατύπωση των απαιτήσεων του εκπαιδευτικού και την κατανοητή επεξήγηση εννοιών του μαθήματος, την ενθάρρυνση των μαθητών και την ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους, την αποφυγή των συγκρούσεων και την καλλιέργεια συνεργατικού κλίματος ανάμεσα στους μαθητές. Ο εκπαιδευτικός που επικοινωνεί αποτελεσματικά με τους μαθητές του γίνεται πρότυπο προς μίμηση. Άρα, είναι εποικοδομητικό οι εκπαιδευτικοί να είναι σαφείς ως προς τις προσδοκίες τους, εξηγώντας τες με ήρεμο τρόπο και να κάνουν τους μαθητές να αισθάνονται ότι μπορούν να συνεισφέρουν στο μάθημα, ώστε να ενισχύσουν την εμπλοκή τους.

Η γνώμη που έχουν οι μαθητές για τον καθηγητή τους, είναι καθοριστικής σημασίας για τη συμμετοχή τους στο μάθημα και την επίδοσή τους. Όταν ένας μαθητής συμπαθεί τον εκπαιδευτικό του, καταβάλλει μεγαλύτερη προσπάθεια στο μάθημά του και είναι πιο πιθανό να έχει και υψηλότερη βαθμολογία. Επιπλέον, νιώθει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση για τις ικανότητές του στο συγκεκριμένο μάθημα και θέτει υψηλότερους μαθησιακούς στόχους. Αντίθετα, οι μαθητές αποθαρρύνονται, όταν έρχονται αντιμέτωποι με υποτιμητικά σχόλια, ειρωνικό τόνο και την αυξημένη ένταση της φωνής ως μέσο παρατήρησης. Αρνητικά φαίνεται να επηρεάζει η υπερβολική δυσκολία στα διαγωνίσματα, η γρήγορη ομιλία, ο μονόλογος, οι άνισες ευκαιρίες στην τάξη όσον αφορά στη δυνατότητα για συμμετοχή και η απειλή της χαμηλής βαθμολογίας ως τιμωρία.

Τέλος, έχει αξία να γίνει αναφορά στον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονται το προφίλ του μαθητή με χαμηλή σχολική επίδοση, τις προσδοκίες που έχουν από εκείνον και τις συνέπειες που έχει η στάση τους στην μαθησιακή του πορεία.

Πολλοί εκπαιδευτικοί θεωρούν τη σχολική αποτυχία σε συνάρτηση με παράγοντες όπως η χαμηλή ευφυΐα, η μη συμμετοχή στο μάθημα, η παρορμητικότητα, η χαμηλή αυτοεκτίμηση και η δυσκολία έκφρασης στον γραπτό και προφορικό λόγο. Οι «κακοί» μαθητές είναι συνήθως πιο επιθετικοί, διαταράσσουν το μάθημα και εκδηλώνουν παραβατική συμπεριφορά, δεν ολοκληρώνουν τη σχολική εργασία, αντιγράφουν και δεν είναι αρεστοί στους συμμαθητές τους.

Τα παραπάνω αφορούν υποκειμενικές διαστάσεις της σχολικής αποτυχίας μέσα από τα μάτια των εκπαιδευτικών. Παρότι μπορεί εν μέρει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, δεν παύουν να ασκούν επίδραση στην επίδοση των μαθητών. Αυτό γίνεται μέσα από μια διαδικασία εσωτερίκευσης από πλευράς του μαθητή των αντιλήψεων που έχει ο εκπαιδευτικός για εκείνον και της διαμόρφωσης της αυτοεικόνας του με βάση αυτές. Ο μαθητής δηλαδή υιοθετεί την ετικέτα του «κακού μαθητή», βασίζει την ταυτότητά του σε αυτή και λειτουργεί ανάλογα. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι οι καθηγητές θεωρούν τους μαθητές τους ανίκανους ούτε ότι προσδοκούν την αποτυχία τους. Απλώς είναι σημαντικό να γίνεται μια συνειδητή προσπάθεια από πλευράς τους να έχουν επίγνωση της επίδρασης που έχουν οι προσωπικές τους απόψεις στην μαθησιακή αυτοεικόνα των μαθητών τους.

Σε αυτό, λοιπόν, το σημείο υπεισέρχεται ο παράγοντας του ενδιαφέροντος του εκπαιδευτικού προς τον μαθητή με χαμηλή επίδοση. Οι μαθητές που αισθάνονται το ενδιαφέρον του καθηγητή τους καταβάλλουν και μεγαλύτερη προσπάθεια στο μάθημά του. Αντίθετα, όταν ο εκπαιδευτικός βλέπει ότι ένας μαθητής δυσκολεύεται και δεν προσπαθεί να τον καθοδηγήσει, εκείνος αποθαρρύνεται και πιστεύει ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει, υιοθετώντας την ταυτότητα του χαζού ή αποτυχημένου. Αυτό έχει ως επακόλουθο το να μην καταβάλλει προσπάθεια, αφού θεωρεί ότι δεν θα προσφέρει κάτι, με αρνητική επίπτωση στην επίδοσή του. Δημιουργείται, δηλαδή, ένας φαύλος κύκλος, μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία της χαμηλής επίδοσης.

Στην εποχή μας δεν υπάρχουν αυθεντίες. Ο σύγχρονος εκπαιδευτικός επιβάλλεται με το κύρος που του προσφέρει η επιστημονική και παιδαγωγική του κατάρτιση. Στόχος του, λοιπόν, πρέπει να είναι η επίτευξη καλών διαπροσωπικών σχέσεων με τους μαθητές, που θα καθορίσουν τον διδακτικό και παιδαγωγικό ρόλο του σχολείου.

Βιβλιογραφία:

Englehart, J. M. (2009). Teacher–student interaction. Στο L. J. Saha & A. G. Dworkin (Επιμ.), International handbook of research on teachers and teaching (Τόμος 21, σσ. 711-722). Springer.

Frymier, A. B., & Houser, M. L. (2000). The teacher‐student relationship as an interpersonal relationship. Communication education, 49(3), 207-219. https://doi.org/10.1080/03634520009379209

Montalvo, G. P., Mansfield, E. A., & Miller, R. B. (2007). Liking or disliking the teacher: Student motivation, engagement and achievement. Evaluation & Research in Education, 20(3), 144-158. https://doi.org/10.2167/eri406.0

Muller, C. (2001). The role of caring in the teacher‐student relationship for at‐risk students. Sociological inquiry, 71(2), 241-255. https://doi.org/10.1111/j.1475-682X.2001.tb01110.x

Αντωνοπούλου Α., Κουβαβά Σ., & Νικολακοπούλου Μ. (2020). Αντιλήψεις παιδιών για την ποιότητα των διαπροσωπικών τους σχέσεων στη σχολική τάξη και τα κίνητρά τους για μάθηση. Έρευνα στην Εκπαίδευση, 9(1), 1–21. https://doi.org/10.12681/hjre.22080

Βαρελτζή, Ε., & Γιαβρίμης, Π. (2018). Μαθητές με χαμηλή σχολική επίδοση και η Θεωρίας της «Ετικέτας». Επιστήμες Αγωγής, 2018(1), 137-151.

Γρηγοριάδου, Α. (2018). Τα στοιχεία αλληλεπίδρασης εκπαιδευτικού-μαθητή που συμβάλλουν στη χαμηλή σχολική επίδοση: Απόψεις μαθητών Γυμνασίου της Βέροιας [Μεταπτυχιακή εργασία, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο]. https://apothesis.eap.gr/handle/repo/38307

Κέλμαλη, Μ. Ε. (2015). Απόψεις εκπαιδευτικών για το προφίλ του μαθητή με χαμηλή σχολική επίδοση [Μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Αιγαίου]. http://hdl.handle.net/11610/17303

Μπίκος, Κ. (2011). Κοινωνικές σχέσεις και αλληλεπίδραση στη σχολική τάξη. Ζυγός.

Οι εικόνες ανακτήθηκαν από www.pexels.com και www.freepik.com

Φωτογραφία εξωφύλλου: Φωτογραφία από Pixabay: https://www.pexels.com/el-gr/photo/256417/

https://www.freepik.com/free-photo/students-knowing-right-answer_13132985.htm#query=school&position=16&from_view=search

https://www.freepik.com/free-photo/funny-coach-group-people-business-conference-modern-classroom-daytime_9694510.htm#page=2&query=classroom&position=15&from_view=search


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Σεξουαλική Αγωγή στο σχολείο: Γιατί είναι απαραίτητη; Πατήστε εδώ

Τα σχολέια αρχίζουν…άραγε θα τα καταφέρει το παδί μου; Πατήστε εδώ

What do you think?

20 Points
Upvote Downvote

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Απώλεια, Πένθος, Θρήνος και τρόποι αντιμετώπισης σε παιδιά και εφήβους.

Ψtalk: “Τρέμω στην ιδέα ότι θα πάθει κάτι η μητέρα μου”