in ,

Η Ψευδαίσθηση του Επεξηγηματικού Βάθους: Ένα Γνωρίζω ότι όλα τα γνωρίζω…


Όπως προκύπτει από τις πρώτες σχετικές επιστημονικές μελέτες, αλλά και από την καθημερινή εμπειρία όλων μας, το πανδημικό κύμα που σαρώνει τον πλανήτη συνοδεύεται και από μία πληθώρα θεωριών συνωμοσίας. Σε αντίθεση με το παρελθόν, μάλιστα, οι θεωρίες αυτές αναπαράγονται από πολύ περισσότερους ανθρώπους. Μια προσπάθεια χαρτογράφησης της ταχύτητας διάδοσης των θεωριών συνωμοσίας απέδειξε ότι μεταδίδονται ταχύτερα από τον ίδιο τον ιό.

Συγκεκριμένα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ) αναγνώρισε την ύπαρξη “infodemic” εκτός από την πανδημία. Ο όρος αναφέρεται στην διαθεσιμότητα ενός συντριπτικού όγκου πληροφοριών, που διαδίδονται από την αρχή της πανδημίας, ειδικά αν λάβουμε υπόψιν μας το γεγονός, ότι ο Covid 19 είναι η πρώτη παγκόσμια κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την δημόσια υγεία που εμφανίστηκε στην εποχή της ευρείας χρήσης των κοινωνικών μέσων, του διαδικτύου και των smartphones.

Αυτή η κατάσταση έχει καταφέρει να πυροδοτήσει τις θεωρίες συνωμοσίας, αλλά και διαλόγους και συζητήσεις σε μία προσπάθεια να εξηγήσουμε τα γεγονότα γύρω μας και με αυτόν τον τρόπο να ανακτήσουμε τον έλεγχο της ζωής μας.

Ταυτόχρονα, οι άνθρωποι διακατέχονται από περιέργεια και τάση για αναζήτηση. Τις περισσότερες φορές, όμως, αναπαράγουμε περισσότερο τελολογικές εξηγήσεις παρά «μηχανιστικές» εναλλακτικές, δηλαδή την ερμηνεία των φαινομένων με τρόπο, όπως περιγράφουμε την λειτουργία μίας μηχανής.

Ωστόσο, παρατηρούμε, ότι πολύ συχνά αν μας ζητήσουν να εξηγήσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες ένα φαινόμενο που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε, ή μας κάνουν μερικές ερωτήσεις προς διευκρίνηση,  είναι πολύ πιθανό και σύνηθες να σωπάσουμε ή να μην μπορούμε να συνθέσουμε ένα άρτιο επιχείρημα για να στηρίξουμε τα λεγόμενα μας. Στην προσπάθεια να επιχειρηματολογήσουμε για όσα υποστηρίζουμε ή μας φαίνονται σωστά, ενδέχεται να υπάρχει κάποια αλήθεια σε αυτά που θα υποστηρίξουμε, αλλά συνήθως τείνουμε να συνδέουμε τα γεγονότα μεταξύ τους με τυχαίο και συμπτωματικό τρόπο ή λόγω χρονικής αλληλουχίας, αλλά όχι με σχέσεις αιτιότητας.

Η Γνώση της Άγνοιας

Η Ψευδαίσθηση του Επεξηγηματικού Βάθους αποτελεί το φαινόμενο που περιγράφει αυτή μας την τάση, το οποίο αναγνωρίστηκε και ονομάστηκε από τους ψυχολόγους του Yale, Leonid Roxenblit και Frank Keil το 2002. Μέσα από μια σειρά πειραμάτων ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να αξιολογήσουν τις γνώσεις τους για το πώς κάποια πράγματα, όπως τα φερμουάρ και τα ψυγεία λειτουργούν και στη συνέχεια τους ζήτησαν να περιγράψουν λεπτομερώς τον τρόπο που λειτουργούν. Οι Rozenblit και Keil απέδειξαν ότι οι άνθρωποι υπερεκτιμούν συνεχώς πόσα γνωρίζουν για σχεδόν όλα τα θέματα. Αργότερα, οι ερευνητές πραγματοποίησαν παρόμοια πειράματα χρησιμοποιώντας έννοιες, όπως η ψυχική υγεία, οι οικονομικές αγορές και ορισμένους επιστημονικούς τομείς. Τελικά, η πραγματική γνώση των περισσότερων συμμετεχόντων απέτυχε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους.

Σε άλλη έρευνα που διεξήχθη το 2006 στο Liverpool ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να σχεδιάσουν την εικόνα ενός ποδηλάτου. Αργότερα, για να βεβαιωθούν, ότι η έλλειψη καλλιτεχνικών δεξιοτήτων δεν αποτελούσε παράγοντα που θα επιδρούσε στο αποτέλεσμα, τους έδειξαν εικόνες με διάφορα μέρη του ποδηλάτου και τους ζήτησαν να τις αντιστοιχίσουν για να φτιάξουν ένα ποδήλατο.  Το αποτέλεσμα ήταν ότι πάνω από το 40% των συμμετεχόντων δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν. Πολλοί συμμετέχοντες σχεδίασαν ποδήλατα που θα ήταν εντελώς μη λειτουργικά.

Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι καταλαβαίνουν τον κόσμο πιο βαθιά από ότι πραγματικά τον κατανοούν. Υπάρχει έρευνα που λέει ότι πάνω από το 80% των ατόμων θεωρούν ότι είναι οδηγοί άνω του μέσου όρου. Αποδεικνύεται ότι πάνω από το 80% των ανθρώπων θεωρούν επίσης ότι είναι πάνω από το μέσο όρο στην εμφάνιση, τη νοημοσύνη, τον αθλητισμό και το ύψος. Η λίστα συνεχίζει και συνεχίζει.

Εν ολίγοις, οι περισσότεροι πιστεύουν ότι είναι πάνω από το μέσο όρο σε όλα σχεδόν, ακόμη και όσον αφορά τη γνώση. Το κενό μεταξύ της υποτιθέμενης κατανόησης και της πραγματικής γνώσης είναι η ψευδαίσθηση του επεξηγηματικού βάθους. Αυτή η ψευδαίσθηση (που έχουμε σχεδόν όλοι μας) σημαίνει ότι έχουμε τη συνήθεια να υπερεκτιμούμε πόσα γνωρίζουμε.

Παρόλο που καθημερινά συναντούμε πληθώρα νέων φαινομένων, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού διαθέτει ένα ρηχό επίπεδο γνώσης για τα περισσότερα από αυτά, γνωρίζοντας στην πραγματικότητα ένα μικρό μέρος από τα πολύπλοκα συστήματα. Πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε πως λειτουργεί η τεχνολογία, οι οικονομίες, η διεθνής πολιτική, και άλλα πολλά περίπλοκα συστήματα. Προτείνουμε λύσεις, κρίνουμε, απορρίπτουμε, τασσόμαστε, υποστηρίζουμε αναλύουμε στηριζόμενοι σε ελλιπή πληροφόρηση.

Επιπλέον, φαίνεται πως όσο περισσότερες πληροφορίες έχουμε, τόσο αυξάνεται η λανθασμένη εντύπωσή μας. Για παράδειγμα, έρευνες δείχνουν, ότι ασθενείς που έχουν ερευνήσει την ασθένειά τους στο διαδίκτυο είναι λιγότερο πιθανό να ακούσουν τις προτάσεις του γιατρού τους.

Η δυσκολία επαλήθευσης των πηγών ενημέρωσης ως προς την αξιοπιστία τους, αλλά και ο ταχύς σύγχρονος τρόπος ενημέρωσης, το πλήθος πληροφοριών που μεταδίδονται μέσω της εικόνας, δεν μας επιτρέπουν να ελέγξουμε την πληροφορία διεξοδικά κατασκευάζοντας συνεχώς νέες πραγματικότητες, οι οποίες αφορούν το τώρα, προβλέπουν το μέλλον, αλλά επηρεάζουν ακόμη και το παρελθόν. Η γνωστική έρευνα έχει δείξει, για παράδειγμα, ότι δεν θυμόμαστε πραγματικά γεγονότα – ως επί το πλείστον επαναφέρουμε στην μνήμη μας μόνο την τελευταία φορά που θυμόμαστε ένα συγκεκριμένο γεγονός.

Δεν θα ήταν πιο εποικοδομητικό για την εξελικτική πορεία του ανθρώπου να γνωρίζει τι δεν γνωρίζει;

Ένα σημείο εκκίνησης είναι να έχουμε επίγνωση για αυτήν την τάση μας να υπερεκτιμούμε το επίπεδο κατανόησης μας. Το να αποδεχτούμε ότι μπορεί σε κάποιο θέμα να υστερούμε είναι απολύτως φυσιολογικό, μας γλυτώνει από περιττή επιχειρηματολογία και μας βοηθά να κατανοήσουμε τον κόσμο γύρω μας πιο αποτελεσματικά. Μερικές φορές, ίσως πρέπει να δεχτούμε, ότι δεν είναι εφικτό να γνωρίζουμε τα πάντα και αν θέλουμε να έχουμε σωστές και ορθολογικές απόψεις θα πρέπει να ελέγχουμε διεξοδικά την πληροφορία που λαμβάνουμε.

Άλλη μία παραδοχή που θα μπορούσε να βοηθήσει αυτήν την εγγενή τάση μας να προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τον κόσμο είναι ότι δεν έχουν όλα τα γεγονότα κάποιον σαφή σκοπό και αν προσπαθούμε να τα εξηγήσουμε υπερβολικά μπορεί να καταλήξουμε σε ψευδείς πεποιθήσεις.

Η πραγματική κατανόηση επιτυγχάνεται με το να γνωρίζουμε τι δεν γνωρίζουμε. Μας επαναφέρει πίσω στην πραγματικότητα και αποτρέπει την πνευματική αλαζονεία από το να πάρει τα σκήπτρα της ζωής μας και να μας οδηγήσει σε λανθασμένες αποφάσεις, πράξεις και λόγια που μπορεί να μετανιώσουμε αργότερα.

Μπορούμε να ξεκινήσουμε απλά εξηγώντας τις έννοιες στον εαυτό μας καθώς τις μαθαίνουμε. Έτσι, αποκτούμε την συνήθεια της αυτοδιδασκαλίας. Οι εξηγήσεις θα αποκαλύψουν τα κενά γνώσης και θα προσδιορίσουν λέξεις και έννοιες οι οποίες δεν είναι σαφείς. Κρίνετε την πληροφορία και αν χρειαστεί αναζητήστε περισσότερες και πιο αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης.  Αμφισβητείστε τα επιχειρήματα σας ως προς την αξιοπιστία τους και αναρωτηθείτε αν πράγματι συνδέονται μεταξύ τους αιτιολογικά.

Ίσως, όταν συναντήσουμε κάποιον που πιστεύει ένθερμα κάτι για το οποίο είμαστε δύσπιστοι, θα μπορούσαμε από το να δεχθούμε παθητικά μία άποψη να τοποθετήσουμε ήπιες ερωτήσεις για να εξερευνήσουμε το βάθος της κατανόησης τους. Και ο καθένας από εμάς, όταν έχουμε ισχυρές απόψεις, πρέπει να εξετάζουμε πόσο βαθιά είναι η κατανόηση μας για το πώς λειτουργεί ο κόσμος.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

https://www.scotthyoung.com/blog/2015/12/22/illusion-of-explanatory-depth/

 

https://ritholtz.com/2019/08/theillusionofexplanatorydepth/

 

https://www.researchgate.net/publication/325113511_The_Illusion_of_Explanatory_Depth_and_Endorsement_of_Conspiracy_Beliefs

 

https://dailynous.com/2017/02/21/philosophy-illusion-explanatory-depth/

What do you think?

Ψtalk: “Δεν ασχολούμαι με τη σχολή και νιώθω ότι κάτι κάνω λάθος στη ζωή μου.”

Ψtalk: “Τελικά αξίζουν την αγάπη μας οι άνθρωποι;”