Επιθετικότητα: Εκμαθημένη συμπεριφορά ή εγγενές χαρακτηριστικό;
Αναρτήθηκε από το www.pixabay.com

Επιθετικότητα: Εκμαθημένη συμπεριφορά ή εγγενές χαρακτηριστικό;


Όλοι μας έχουμε υπάρξει παρατηρητές, θύματα ή ακόμα και θύτες επιθετικής συμπεριφοράς. Πώς όμως ορίζεται τελικά η επιθετικότητα; Επιθετικότητα είναι η πρόθεση για πρόκληση βλάβης σε κάποιον άλλον, είναι δηλαδή σκόπιμη ενέργεια. Η βλάβη μπορεί να είναι σωματική, ψυχολογική, υλική κλπ. Μπορεί η επιθετική συμπεριφορά να κυμαίνεται από την μαζική βία ενός πολέμου ως τα καθημερινά περιστατικάλεκτικής ή συναισθηματικής επιθετικότητας. Υπάρχει όμως προβληματισμός για τα αίτια που ΄΄γεννούν΄΄ την επιθετικότητα, είναι αναμενόμενο αποτέλεσμα της ανθρώπινης φύσης ή αποτέλεσμα κοινωνικοποίησης και έκθεσης σε επιθετικά πρότυπα; Από την σκοπιά των βιολογικών προσεγγίσεων η επιθετικότητα ορίζεται ως γενετικά προδιαγεγραμμένη ενώ οι κοινωνικές προσεγγίσεις δίνουν έμφαση σε κοινωνικούς παράγοντες που ευνοούν ή προκαλούν τις επιθετικές εκδηλώσεις.

Σύμφωνα με τις βιολογικές ερμηνείες η ανθρώπινη επιθετικότητα θεωρείται ως ένστικτο, οι άνθρωποι είναι δηλαδή προγραμματισμένοι να συμπεριφέρονται επιθετικά. Αυτή την πεποίθηση υποστηρίζουν η Φροϋδική και η νεο-Φροϋδική Θεωρία, η εθολογική προσέγγιση και η εξελικτική.

 Σύμφωνα με τον Freud,η επιθετικότητα είναι αποτέλεσμα του εγγενούς ενστίκτου του θανάτου(Θάνατος),το οποίο είναι σε αντίθεση με το ένστικτο της ζωής (Έρως).Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δημιούργησε την ανάγκη για την έννοια του Θανάτου στην Φροϋδική Θεωρία καθώς η μαζική βία δεν μπορούσε να ερμηνευθεί με το ένστικτο της ζωής. Το ένστικτο του θανάτου υπάρχει σε κάθε ζωντανό οργανισμό και έχει στόχο να τον καταστρέψει και να επαναφέρει την ζωή στην αρχική κατάσταση της άψυχης ύλης. Στην αρχή της ζωής, το ένστικτο του θανάτου έχει σκοπό την αυτοκαταστροφή μετά όμως στρέφεται εναντίον των άλλων. Έτσι, οι επιθετικές ορμές που δημιουργούνται από αυτό το ένστικτο χρειάζεται να εξωτερικευθούν και να εκτονωθούν.

Ο Freud υποστηρίζει πως η κοινωνία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο να μετατρέψει αυτή την καταστροφική τάση, που πηγάζει από το ένστικτο του Θανάτου, σε αποδεκτή και χρήσιμη συμπεριφορά. Οι νεο-Φροϋδιστές ανέπτυξαν περαιτέρω τις ιδέες του Freud υποστηρίζοντας πως η επιθετικότητα είναι μια εγγενή διαδικασία αλλά είναι και μια λογική διαδικασία με θετική πλευρά μέσω της οποίας οι άνθρωποι προσπαθούν να ξεφύγουν από τα πρωτόγονα ένστικτα επιβίωσης.

Η Εθολογία βασίζεται στην μελέτη των ενστίκτων ή των σταθερών σχημάτων συμπεριφοράς των μελών ενός ζωικού είδους. Οι εθολόγοι συμφωνούν πως η επιθετικότητα είναι εγγενές χαρακτηριστικό αλλά εκδηλώνεται μόνο με την παρουσία συγκεκριμένων ερεθισμάτων στο περιβάλλον, των αποδεσμευτών. Αποδίδουν λοιπόν και αυτοί μια θετική πλευρά της επιθετικότητας. Υποστηρίζεται πως η επιθετικότητα έχει σημασία για την επιβίωση ενός οργανισμού, όπως για παράδειγμα προκειμένου να γίνει αποτελεσματικά η χρήση των διαθέσιμων πόρων, αλλά και για να εξασφαλιστεί η επιβίωση του ισχυρότερου και η κληροδότηση  των γονιδίων του στην επόμενη γενεά. Στα ζώα του ίδιου είδους  οι βίαιες συμπεριφορές σπάνια εμφανίζονται καθώς το ένα ζώο εκδηλώνει απειλητικές προθέσεις το άλλο τις αναγνωρίζει και υποχωρεί και αν εμφανιστεί βία σπάνια επέρχεται θάνατος καθώς το ζώο που χάνει την μάχη δείχνει κάποιες “ειρηνευτικές χειρονομίες” που δηλώνουν υποταγή και ο νικητής δεν το σκοτώνει.

Η εθολογία στους ανθρώπους όμως που σύμφωνα με τους εθολόγους έχουν και αυτοί ένα εγγενές μαχητικό ένστικτο επιφέρει προβλήματα. Αυτό συμβαίνει καθώς οι άνθρωποι δεν έχουν όπως πολλά ζώα ανεπτυγμένα όργανα ή μέλη με τα οποία μπορούν να σκοτώσουν (π.χ. κοφτερά δόντια) ούτε έχουν αναπτύξει <<ειρηνευτικές χειρονομίες>> για αποτροπή βίας και θανάτου. Συγκεκριμένα, οι άνθρωποι αν ξεκινήσουν μια επιθετική συμπεριφορά δεν ξέρουν πότε πρέπει να σταματήσουν και προκειμένου να επιτεθούν θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν τεχνητά μέσα, δηλαδή όπλα. Ενώ ας μην ξεχνάμε πως λόγω της τεχνολογικής ανάπτυξης οι άνθρωποι μπορούν να σκοτώσουν με πολύ μεγάλη ευκολία.

Ταυτόχρονα υπάρχει η κοινωνιοβιολογία (sociobiology) και γενικότερα οι εξελικτικές ερμηνείες που βασίζονται στην δαρβινική έννοια της επιβίωσης και επιχειρούν στην βάση αυτού να ερμηνεύσουν την επιθετικότητα. Σύμφωνα με αυτή την σκοπιά, πολλές συμπεριφορές, εκ των οποίων μία είναι και η επιθετικότητα, έχουν αναπτυχθεί προκειμένου να εξασφαλίσουν την επιβίωση των γονιδίων του ατόμου ώστε να μπορέσει να τα κληροδοτήσει σε επόμενες γενεές καθώς και την πρόσβαση των ατόμων σε διαθέσιμους πόρους. Ορίζουν δηλαδή την επιθετικότητα ως προσαρμοστική λειτουργία. Στους ανθρώπους η επιθετικότητα μπορεί να επιφέρει κοινωνικά και οικονομικά πλεονεκτήματα χωρίς όμως να είναι η μόνη που μπορεί να εξασφαλίσει αυτά τα πλεονεκτήματα. Η συνεργασία και η συμμαχία με άλλους είναι τέτοιου είδους συμπεριφορές μέσω των οποίων μπορεί να εξασφαλιστεί η πρόσβαση των ανθρώπων σε πόρους, η βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης και των σχέσεων με τον περίγυρώ τους με απώτερο στόχο την επιβίωση και αναπαραγωγή τους.

Ωστόσο, όλες οι βιολογικές ερμηνείες της επιθετικότητας δεν θεωρούνται επαρκείς καθώς δεν λαμβάνουν υπόψιν πολιτισμικές και κοινωνικές διαφορές ενώ παράλληλα βασίζονται στην έννοια του ενστίκτου που είναι μη μετρήσιμη και μη παρατηρήσιμη. Τέλος, αν δεχθούμε πως η επιθετικότητα είναι ένα εγγενές χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης σημαίνει πως δεν μπορεί να προληφθεί ούτε και να διορθωθεί.

Εξαιτίας λοιπόν των κενών που υπάρχουν στις βιολογικές ερμηνείες της επιθετικότητας αναπτύχθηκαν οι κοινωνικές ερμηνείες. Μια από αυτές τις ερμηνείες είναι και η Θεωρία της Κοινωνικής Μάθησης που υποστηρίζει πως η επιθετική συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα μάθησης. Αναπτύχθηκε από τον Albert Bandura και βασίζεται στην αναγνώριση των βιολογικών παραγόντων αλλά δίνεται έμφαση στο ρόλο της εμπειρίας. Αποτέλεσε καινοτομία στον κλάδο της ψυχολογίας σε μια περίοδο όπου κυριαρχούσε η συντελεστική μάθηση του Skinner,η οποία βασίζεται στην μάθηση μέσω άμεσης εμπειρίας και στην έννοια της ενίσχυσης. Μέσω της κοινωνικοποίησης δηλαδή τα άτομα μαθαίνουν να είναι επιθετικά επειδή είτε λαμβάνουν κάποια αμοιβή μετά την εκδήλωση της επιθετικής συμπεριφοράς είτε βλέπουν κάποιον άλλον να λαμβάνει αμοιβή λόγω της επιθετικής του συμπεριφοράς ενώ η επιθετικότητα μειώνεται μέσω των ποινών που συνεπάγεται μια επιθετική συμπεριφορά.

Ο Bandura εξέλιξε αυτή την θεωρία και βασίστηκε στην ιδέα της μάθησης μέσω της έμμεσης εμπειρίας, δηλαδή η μάθηση συντελείται μέσω της παρατήρησης και μίμησης της συμπεριφοράς άλλων ατόμων, ειδικά αν αυτή έχει θετικές συνέπειες. Στην θεωρία της μάθησης υπάρχουν κάποιεςβασικές ορμές: δίψα, πείνα, έρωτας και αποφυγή πόνου. Κάθε ορμή δημιουργείται από ένα συγκεκριμένο ερέθισμα και έπειτα ικανοποιείται π.χ. η ορμή πείνα δημιουργείται από το ερέθισμα φαγητό. Η μείωση της έντασης  των ορμών λειτουργεί ως θετική ενίσχυση. Όσον αφορά λοιπόν την επιθετικότητα σύμφωνα με τον Bandura τα άτομα στην παιδική τους ηλικία παρατηρούν και μιμούνται ασυνείδητα την συμπεριφορά των ανθρώπων στο περιβάλλον τους ιδιαίτερα την συμπεριφορά των γονέων. Βέβαια πολλές έρευνες δείχνουν πως αρκεί η απλή παρατήρηση της επιθετικής συμπεριφοράς για την μίμηση ανεξάρτητα με την σχέση που έχει το παιδί με το πρότυπο παρατήρησης. Ειδικότερα, το αν κάποιος θα είναι επιθετικός σε μια συγκεκριμένη κατάσταση εξαρτάται από :

α) τις προηγούμενες εμπειρίες επιθετικής συμπεριφοράς (δικής του ή άλλων),

β)το βαθμό επιτυχίας της επιθετικής συμπεριφοράς στο παρελθόν,

γ)την πιθανότητα ανταμοιβής ή τιμωρίας της συμπεριφοράς,

δ)τον συνδυασμό γνωστικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραγόντων της συγκεκριμένης περίστασης.

Ο Bandura λοιπόν διεξήγαγε ένα πείραμα το 1961,  το πείραμα με την κούκλα Μπόμπο προκριμένου να αποδείξει πως τα παιδιά μιμούνται επιθετικές συμπεριφορές και αποκλίνουσες συμπεριφορές ατόμων που τους εντυπωσιάζουν ή που κέρδισαν αμοιβές χάριν στην επιθετική τους συμπεριφορά. Παρόλο που το συγκεκριμένο πείραμα το κατέκριναν κάποιοι από ηθικής άποψης ότι εκπαιδεύει τα παιδιά στην επιθετικότητα αποτέλεσε την βάση  για την αλλαγή από τον συμπεριφορισμό στην γνωστική ψυχολογία. Παράλληλα, με το πείραμα της κούκλας αποδείχθηκε πως τα πρότυπα επιθετικής συμπεριφοράς μπορεί να είναι και απρόσωποι χαρακτήρες(π.χ. κινούμενα σχέδια),γεγονός που εγείρει ανησυχίες για την έκθεση των παιδιών σε εικόνες βίας και επιθετικότητας στην τηλεόραση.

Στο πείραμα του Bandura λοιπόν συμμετείχαν 36 αγόρια και 36 κορίτσια από το νηπιαγωγείο, δύο ενήλικες, ένας άνδρας και μια γυναίκα ως πρότυπα και μια γυναίκα-ερευνητής. Τα παιδιά παρατήρησαν επιθετικούς και μη επιθετικούς ενήλικες και έπειτα υπολογίστηκε το ποσοστό μίμησης χωρίς το πρότυπο να είναι παρόν. 48 από τα παιδιά χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, τα μισά παρακολούθησαν επιθετικά πρότυπα (ομάδα Α) και τα άλλα μισά μη επιθετικά πρότυπα (ομάδα Β). Τα υπόλοιπα 24 ήταν η ομάδα <<μαρτύρων>>,δηλαδή δεν παρακολούθησαν κανένα πρότυπο. Στην αρχή ο ερευνητής οδηγούσε το παιδί μέσα στο δωμάτιο που γινόταν το πείραμα και στην συνέχεια καλούσε το πρότυπο που βρισκόταν έξω από το δωμάτιο στο διάδρομο για να παίξει. Το παιδί καθόταν σε μία γωνία του δωματίου μπροστά σε ένα μικρό τραπέζι και ο ερευνητής του έδειχνε πως να φτιάχνει σφραγίδες από πατάτες.

Ύστερα ο ερευνητής οδηγούσε τον ενήλικο-πρότυπο στην απέναντι γωνία του δωματίου όπου υπήρχε ένα μικρό τραπέζι με μια καρέκλα, ένα παιχνίδι, ένα σφυρί και μια κούκλα(1,50 μ. ύψος).Ο ερευνητής αφού εξηγούσε πως αυτά ήταν τα παιχνίδια για να παίξει ο ενήλικας-πρότυπο, έφευγε από το δωμάτιο. Στα παιδιά της Β ομάδας το πρότυπο συγκέντρωνε ήρεμα τα παιχνίδια χωρίς να δίνει σημασία στην κούκλα. Αντίθετα, στην ομάδα Α το πρότυπο μάζευε τα παιχνίδια αλλά μετά από 1 λεπτό ξεκίναγε να φέρεται με επιθετικό τρόπο στην κούκλα: την ξάπλωνε, καθόταν πάνω της και τσιμπούσε επανειλημμένα την μύτη της. Μετά την σήκωνε και την χτυπούσε με το σφυρί στο κεφάλι και μετά την πέταγε στον αέρα και την χτυπούσε. Αυτές οι πράξεις επαναλαμβάνονταν για 3 φορές και συνοδευόντουσαν από διάφορες εκφράσεις του προτύπου όπως <<τσίμπησέ τη στην μύτη>>, <<πέταξέ την στον αέρα>>, <<κλώτσησέ την>>, <<χτύπα την κάτω>> μαζί με κάποια μη επιθετικά σχόλια. Μετά από 10 λεπτά, έμπαινε και πάλι ο ερευνητής στο δωμάτιο και έλεγε στο παιδί πως θα πάει σε άλλο δωμάτιο με παιχνίδια ενώ παρακαλούσε τον ενήλικα-πρότυπο να φύγει. Το παιδί λοιπόν πήγαινε με τον ερευνητή σε άλλο δωμάτιο με διάφορα ελκυστικά παιχνίδια και ενώ το παιδί ξεκίναγε να παίζει ο ερευνητής έλεγε πως τα παιχνίδια αυτά είναι για άλλα παιδιά και το οδηγούσε σε διπλανό δωμάτιο με άλλα παιχνίδια. Στο δωμάτιο της εξέτασης υπήρχαν κάποια επιθετικά παιχνίδια όπως μια μεγάλη φουσκωτή κούκλα 1 μ. ύψος, ένα ξύλινο σφυρί, διάφορα ξύλινα αντικείμενα, δύο παιδικά όπλα και μία μπάλα που κρεμόταν από το ταβάνι. Υπήρχαν όμως και μη επιθετικά παιχνίδια όπως μία μπάλα, δύο κούκλες, φορτηγά και πλαστικά ζωάκια. Κάθε παιδί κάθισε για 20 λεπτά στο δωμάτιο, τα παιδιά που παρατήρησαν επιθετικό πρότυπο μιμούνταν τις λεκτικές και σωματικές επιθετικές εκδηλώσεις αλλά και άλλες αντιδράσεις του προτύπου με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση ενώ αυτά που παρακολούθησαν μη επιθετικά πρότυπα και αυτά που δεν παρακολούθησαν κανένα πρότυπο εκδήλωσαν σπάνια τέτοιες επιθετικές αντιδράσεις. Ακριβώς η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε σε 2 ακόμα συνθήκες: α) η όλη διαδικασία παρουσιαζόταν στο παιδί σε βίντεο, β)ο ενήλικας-πρότυπο φορούσε ένα κουστούμι γάτας και το δωμάτιο ήταν διακοσμημένο σαν να ήταν σε κινούμενα σχέδια.

Τα παιδιά φέρθηκαν πιο επιθετικά όταν είδαν το πρότυπο συμπεριφοράς μέσω βίντεο και όταν ο ενήλικας φορούσε κουστούμι γάτας. Αυτό είναι και μίααπόδειξη του ισχυρισμού πως τα παιδιά που παρακολουθούν σκηνές βίας στην τηλεόραση και σε βιντεοπαιχνίδια έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν επιθετικά στην ενήλικη ζωή και αυτό συμβαίνει είτε γιατί η έκθεση σε βίαιες εικόνες δημιουργεί απευαισθητοποίηση και τα άτομα δεν νιώθουν έντονα συναισθήματα στην θέαση του πόνου είτε επειδή μακροπρόθεσμα η έκθεση σε τέτοιου είδους εικόνες ενεργοποιούν αρνητικές και εχθρικές σκέψεις που αυξάνουν την πιθανότητα επιθετικής συμπεριφοράς. Επιπλέον, το πείραμα του Bandura έδειξε πως η μίμηση συντελείται ανεξαρτήτως της σχέσης που έχει το παιδί με τον ενήλικα-πρότυπο. Παρόλα αυτά, όσο περισσότερο ένα παιδί αγαπά και εκτιμά τον ενήλικα-πρότυπο τόσο πιο έντονα θα τον μιμηθεί και συνήθως το παιδί έχει την τάση να μιμείται τον πιο ισχυρό γονέα.

Επιπροσθέτως, η εκδήλωση της επιθετικότητας έχει να κάνει και με άλλους παράγοντες όπως οικογένεια,  ιδιοσυγκρασιακοί παράγοντες, κοινωνία σχολείο. Για παράδειγμα, ο ναρκισσισμός και η ασταθής προσωπικότητα αυξάνουν την πιθανότητα επιθετικότητας. Η Θεωρία του Απειλούμενου Εγωτισμού περιγράφει την σχέση μεταξύ επιθετικότητας και αυτοεκτίμησης. Η επιθετικότητα είναι ένας τρόπος άμυνας μιας πολύ θετικής αυτοεικόνας εναντίον ατόμων που προσπαθούν να την μειώσουν. Υποστηρίζεται επίσης πως άτομα επιθετικά έχουν μια προσωπικότητα τύπου Α, είναι δηλαδή υπερενεργητικά, υπερβολικά ανταγωνιστικά και επιθετικά απέναντι στους ανταγωνιστές τους. Σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης το φύλο και οι ορμονικές διαφορές.

Οι άνδρες είναι συνήθως πιο επιθετικοί από τις γυναίκες λόγω των υψηλών επιπέδων τεστοστερόνης αλλά και λόγω της στάσης της κοινωνίας που είναι πιο ανεκτική στην επιθετικότητα των ανδρών από ότι των γυναικών. Υπάρχουν όμως διαφορές και από κοινωνία σε κοινωνία και μεταξύ διαφορετικών κοινωνικό-οικονομικών στρωμάτων. Τα υψηλά επίπεδα φτώχειας, η αύξηση της ανεργίας, τα υψηλά επίπεδα εγκληματικότητας , η αύξηση κοινωνικών ανισοτήτων και ρατσιστικών πολιτικών παρατάξεων,  το έλλειμμα στις διαπροσωπικές σχέσεις λόγω πολύωρης απασχόλησης με ηλεκτρονικές συσκευές, οι κοινωνικές νόρμες με ανοχή στην βία, είναι παράγοντες που αυξάνουν τις πιθανότητες επιθετικών εκδηλώσεων.

Οικογενειακοί παράγοντες όπως αυταρχισμός, επιβολή αυστηρών τιμωριών, χρήση βίας για αντιμετώπιση προβλημάτων, χρήση προσβολών και ειρωνείας αντί διαλόγου, χαμηλές προσδοκίες για το μέλλον του παιδιού και απόρριψη, έλλειψη ηθικών αναστολών, συναισθηματική παραμέληση, έλλειψη θέσπισης ορίων, εντείνουν επίσης την εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς. Παράλληλα και το σχολείο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση επιθετικότητας συγκεκριμένα η ανταγωνιστικότητα και η έλλειψη συνεργασίας, η έλλειψη κώδικα συμπεριφοράς και σχολικής πολιτικής, η έλλειψη ενθάρρυνσης πρωτοβουλιών και δημιουργικότητας των μαθητών, η αδιαφορία ή η ανοχή βίας, η έλλειψη μαθημάτων που λαμβάνουν υπόψιν τα ενδιαφέροντα και τις ανησυχίες των εφήβων, η μειωμένη συμμετοχή γονέων στην σχολική διαδικασία, η έλλειψη ενδιαφέροντος για την συναισθηματική κατάσταση των μαθητών, συμβάλλουν στην εκδήλωση επιθετικότητας. Ένας ακόμα παράγοντας που επηρεάζει την επιθετικότητα είναι η άμεση πρόκληση από άλλον που σχετίζεται με την αρχή της αμοιβαιότητας, δηλαδή θα κάνω στον άλλον αυτό που μου κάνει.

Σημαντικό ρόλο παίζει όμως και η κατανάλωση αλκοόλ που μειώνει τις αναστολές καθώς και τα υψηλά επίπεδα του άγχους. Μείωση των αναστολών προκαλεί επίσης η αποεξατομίκευση που κάνει το άτομο να χάνει την ατομική του ταυτότητα και να ακολουθεί την συμπεριφορά του όχλου, κάτι που οδηγεί σε συλλογική επιθετικότητα. ασία των αποστερήσεων και του περιορισμένου προσωπικού χώρου. Για παράδειγμα, στις φυλακές οι εξεγέρσεις είναι πολύ συνηθισμένες. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η επιθετικότητα επηρεάζεται από βιολογικούς παράγοντες αλλά σημαντικός είναι ο ρόλος των κοινωνικών παραγόντων που τελικά οδηγούν στην εκδήλωσή της. Αυτό σημαίνει πως την επιθετικότητα μπορούμε να την ελέγξουμε με διάφορους τρόπους.

Αρχικά, κάποιοι υποστηρίζουν πως οι τιμωρίες εφόσον μπορούν να μειώσουν οποιαδήποτε ανεπιθύμητη συμπεριφορά, είναι ικανές να μειώσουν και την επιθετικότητα. Όμως, αυτή την αντίληψη καταρρίπτει η Θεωρία της Κοινωνικής Μάθησης σύμφωνα με την οποία η τιμωρία αποτελεί μια επιθετική συμπεριφορά που μπορεί να μιμηθεί αυτός που την παρατηρεί και να συμπεριφερθεί με επιθετικότητα σε μια κατάσταση δυσφορική για αυτόν. Αυτό αφορά σε μεγάλο βαθμό τα παιδιά καθώς έχει αποδειχθεί πως οι γονείς που χρησιμοποιούν υψηλής σοβαρότητας τιμωρίες για να συνετίσου ντα παιδιά τους, όπως για παράδειγμα σωματική βία, καταφέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα καθώς τα παιδιά μαθαίνουν να συμπεριφέρονται βίαια σε συνομηλίκους σε καταστάσεις διέγερσης μέσω της μίμησης και παρατήρησης των γονέων τους που αγαπούν και αποτελούν τα βασικά πρότυπα για αυτά.

Συνεπώς, οι τιμωρίες όχι μόνο μπορεί να μην επιφέρουν μείωση της επιθετικότητας αλλά μπορεί και να την ενισχύσουν. Επίσης, φαίνεται πως οι τιμωρίες μέτριας σοβαρότητας σε παιδιά είναι η πιο αποτελεσματικές. Ακόμη, όσον αφορά το ποινικό σύστημα των χωρών οι τιμωρίες θα πρέπει να είναι άμεσες και αναπόφευκτες, να εφαρμόζονται χωρίς εξαιρέσεις προκειμένου να συμβάλλουν στην μείωση της επιθετικότητας και κατ’ επέκταση της εγκληματικότητας. Η σοβαρότητα των τιμωριών δεν φαίνεται να φέρει αποτελέσματα καθώς έρευνες έχουν δείξει πως σε χώρες όπως στις πολιτείες των Η.Π.Α. που εφαρμόζεται η θανατική ποινή, τα ποσοστά των ανθρωποκτονιών είναι υψηλότερα από χώρες που έχει καταργηθεί η θανατική ποινή (Κοκκινάκη,2006, σελ. 272).

Ένας ακόμα παράγοντας που χρήζει αντιμετώπισης προκειμένου να μειωθεί η επιθετικότητα, είναι ο χειρισμός του θυμού που συνήθως την προκαλεί. Γενικά υπάρχει μια τάση τα άτομα να φέρονται επιθετικά εναντίον των ατόμων που τους εγείρουν το αίσθημα του θυμού ώστε να εκτονώσουν αυτό το δυσάρεστο συναίσθημα. Η λύση δεν είναι να κρατάμε μέσα μας τον θυμό καθώς αυτό μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες για εμάς αλλά μπορεί να εκτονωθεί με άλλους τρόπους, όπως είναι ο διάλογος, δηλαδή να εξηγήσουμε τα αίτιά του είτε σε αυτόν που μας προκάλεσε τον θυμό είτε σε κάποιον τρίτο. Φαίνεται η εξωτερίκευση των συναισθημάτων όπως και του θυμού να έχουν θετικές συνέπειες για το άτομο. Ο θυμός ακόμη μπορεί να μειωθεί σε ένταση όταν το άτομο που τον προκάλεσε ζητήσει συγγνώμη και απολογηθεί για την συμπεριφορά του. Επιπλέον, φαίνεται πως τα άτομα που είχαν επιθετικά πρότυπα τείνουν να απαντούν με επιθετικότητα και να νιώθουν απερίγραπτο θυμό στις προκλήσεις, σε αντίθεση με άτομα που είχαν μη επιθετικά πρότυπα.

Είναι αναπόφευκτο να μην έρθουμε αντιμέτωποι με τον θυμό, τον εκνευρισμό και είναι απόλυτα φυσιολογικό όμως αν θέλουμε να έχουμε υγιείς και αρμονικές σχέσεις οι επιθετικές αντιδράσεις δεν χωρούν σε αυτές. Άτομα που απαντούν με βία στον θυμό και τις προκλήσεις στερούνται την ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων εποικοδομητικής εκτόνωσης του θυμού. Χρειάζεται λοιπόν όλοι μας να εκπαιδευτούμε σε ήπιους και πολιτισμένους τρόπους εκτόνωσης της έντασής μας με την ανάπτυξη ικανοτήτων διαπραγμάτευσης και συμβιβασμού προκειμένου να μειώσουμε την επιθετικότητα στην καθημερινή μας ζωή.

Βιβλιογραφία

Ανθολόγιον Sapere aude., 2020. Ψυχολογία. Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης και η μίμηση επιθετικών προτύπων του Albert Bandura. Διαθέσιμο στη: https://sciencearchives.wordpress.com/2020/09/18/%CE%B7-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%BC%CE%AC%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%BC/[Ανακτήθηκε 3 Μαρτίου 2022].

Κοκκινάκη, Φ., (2005). Επιθετικότητα. Κοινωνική Ψυχολογία (σσ. 254-275). Αθήνα: Τυπωθήτω.

Στο Γρόσδος, Σ., Κόπτσης, Α., Ρουμπίδης, Χ., Τσιβάς, Α. (επιμ) (2016). Σχολική Βία και Εκφοβισμός. Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου, 8-10 Απριλίου 2016. Θεσσαλονίκη: Περιφερειακή Διεύθυνση Π.Ε. & Δ.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας. Διαθέσιμο στη: https://kmaked.pde.sch.gr/site/attachments/article/1065/kefalaio2.pdf[Ανακτήθηκε 3 Μαρτίου 2022].

Οι εικόνες ανακτήθηκαν από:

https://pixabay.com/el/

ΚοινοποίησηFacebookLinkedIn
Γραμμένο από
Κατερίνα Αναστασίου
Συμμετοχή στη συζήτηση

Archives

Categories