in ,

Γράφει η Δανάη Διαμαντοπούλου, Ψυχολόγος MSc

Τι είναι η Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης;

Με τον όρο Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης, εννοούμε μια ειδική αναπτυξιακή διαταραχή κατά την οποία η ικανότητα του ατόμου να εκφράζεται με τον προφορικό λόγο είναι σημαντικά μειωμένη. Συγκεκριμένα είναι κάτω από τα κανονικά επίπεδα για τη νοητική του ηλικία, χωρίς ωστόσο να επηρεάζεται η κατανόηση του λόγου, η οποία παραμένει μέσα στα φυσιολογικά όρια. Παράλληλα μπορεί να υπάρχουν διαταραχές στην άρθρωση του λόγου, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο. Το άτομο με Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης δεν μπορεί να προφέρει μεμονωμένες λέξεις στην ηλικία των δύο περίπου ετών και δεν καταφέρνει να σχηματίσει απλές προτάσεις με δύο λέξεις στην ηλικία των τριών ετών  και παρουσιάζει σημαντική καθυστέρηση στην γλωσσική έκφραση ευρύτερα.

Συνήθως, διαθέτει φτωχό λεξιλόγιο, δεν χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τις λέξεις που ξέρει, οι προτάσεις του είναι μικρές σε έκταση και έχουν ανώριμη δομή, έχει δυσκολίες στη σύνταξη και αδυνατεί να χρησιμοποιήσει σωστά ορισμένα στοιχεία της γραμματικής, όπως προθέσεις, αντωνυμίες, άρθρα και κλίσεις ονομάτων και ρημάτων.  Επίσης κάνει μορφολογικά λάθη όπως συμφωνία γένους- προσώπου και αριθμού, καθώς και λάθη στους χρόνους, στις εγκλίσεις και στις πτώσεις (για παράδειγμα μπερδεύει το ‘πήγα’ με το ‘θα πάω’). Ακόμη, δυσκολεύεται να διηγηθεί μια ιστορία ή να περιγράψει εικόνες σε εξέλιξη και δυσκολεύεται να διατηρήσει ένα θέμα συζήτησης παρόλο που το θέμα μπορεί να είναι οικείο

Αιτιολογία της Διαταραχής της Γλωσσικής Έκφρασης:

Όσον αφορά την αιτιολογία της Διαταραχής Γλωσσικής Έκφρασης, αυτή δεν είναι ξεκάθαρη. Διάφορα ευρήματα μελετών υποδεικνύουν διαφορετικές δομικές και εκτελεστικές λειτουργίες του εγκεφάλου σε παιδιά, που σχετίζονται με την αντιληπτική και εκφραστική γλωσσική επεξεργασία. Ακόμη, φαίνεται η Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης να έχει γονιδιακό υπόβαθρο. Αυτό σημαίνει ότι σε ένα παιδί υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης γλωσσικών διαταραχών αν το παιδί αυτό έχει γονείς με γλωσσικές διαταραχές. Ωστόσο, η εκδήλωση της διαταραχής εξαρτάται από ένα συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, οι οποίοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.

Επιπολασμός της Διαταραχής της Γλωσσικής Έκφρασης

Η Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης εμφανίζεται πιο συχνά στα αγόρια από ότι στα κορίτσια. Περίπου το 10% των παιδιών σε ηλικία δύο ετών μπορεί να την παρουσιάζουν, αλλά από την ηλικία των τριών ή τεσσάρων ετών, αυτό το ποσοστό μειώνεται σημαντικά, προφανώς επειδή κάποιες δυσκολίες επιλύονται. Η συχνότητα εμφάνισης στο γενικό πληθυσμό υπολογίζεται περίπου στο 1%. Ωστόσο, η ποικιλομορφία των συμπτωμάτων της διαταραχής καθώς και η ηλικία διάγνωσής της, δεν μας δίνουν ένα ξεκάθαρο αποτέλεσμα για τον επιπολασμό αυτής της διαταραχής.

Τι δεν είναι;

“Η Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης δεν είναι το ίδιο με την Γλωσσική Καθυστέρηση”

Στα παιδιά με Γλωσσική Καθυστέρηση, τα στάδια κατάκτησης του λόγου ακολουθούν την ίδια σειρά με την τυπική γλωσσική ανάπτυξη αλλά υπάρχει χρονική διαφοροποίηση. Η Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης εμπίπτει στην κατηγορία των ειδικών Αναπτυξιακών Διαταραχών του Λόγου, που σημαίνει ότι υπάρχουν διαφορές και στον τρόπο ανάπτυξης του Λόγου.

“ Η  Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης δεν οφείλεται σε νοητική υστέρηση”

Για να γίνει διάγνωση της Διαταραχής της Γλωσσικής Έκφρασης δεν πρέπει να πληρούνται κριτήρια διάγνωσης μικτής διαταραχής γλωσσικής αντίληψης και έκφρασης, ούτε διάχυτης αναπτυξιακής διαταραχής. Αν υφίσταται παράλληλα νοητική καθυστέρηση, αισθητηριακό ή κινητικό έλλειμμα ή/και περαιτέρω προβλήματα στην ομιλία, οι δυσκολίες είναι μεγαλύτερες από αυτές που έχει ένα άτομο με Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης.

Ποια είναι τα σημάδια πως κάποιος πάσχει από Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης;

Στη Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης τα περισσότερα παιδιά εμφανίζουν προβλήματα σε φωνολογικό επίπεδο κυρίως με αντικαταστάσεις φωνημάτων, παραλείψεις, μεταθέσεις κ.α. Συχνά καθυστερούν να «καθαρίσουν» την ομιλία τους, αργώντας να προφέρουν σωστά όλους τους φθόγγους και αργούν να κατανοήσουν τις χρονικές έννοιες (“χτες” και “αύριο”, “πριν” και “μετά”). Επιπλέον, σε σημασιολογικό επίπεδο ο λόγος παρουσιάζει στοιχεία ανωριμότητας, διότι τα επίπεδα εκφραστικής ικανότητας βρίσκονται κάτω του μέσου όρου απόδοσης, με κριτήριο πάντα την χρονολογική ηλικία. Πολλές φορές το άτομο με Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης μπορεί να μπερδεύει μεταξύ τους λέξεις με κοντινές σημασίες, όπως το “μακρύς” με το “ψηλός”, το ”έφαγα” με το ”έχω φάει”. 

Σε πραγματολογικό επίπεδο, δυσκολεύεται να διατηρήσει ένα θέμα συζήτησης ή παρατηρείται μειωμένη ικανότητα στο να ζητάει και να δίνει διευκρινίσεις. Στην βρεφική ηλικία, τα παιδιά αυτά δεν κατονομάζουν συχνά αντικείμενα όπως τα συνομήλικα παιδιά. Μπορεί επίσης να μην απαντούν σε ερωτήσεις ή να δίνουν ακατάλληλες απαντήσεις.

Σε μεγαλύτερη προσχολική ηλικία, τα άτομα αυτά έχουν δυσκολίες με την επαγωγική ικανότητα στο λόγο που διαφαίνεται στη χρήση ελλιπών συμφραζομένων, που δεν περιέχουν αρκετές πληροφορίες (π.χ. πρόσωπα, χρόνους, τόπους) για να εξάγει νόημα ο ακροατής. Τέλος, σε συντακτικό επίπεδο το άτομο με Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης έχει χαμηλό μέσο μήκος πρότασης σε σχέση με την χρονολογική του ηλικία. Η γραμματική είναι πιο απλουστευμένη σε σχέση με τους συνομηλίκους, χρησιμοποιεί απλές δομές προτάσεων (Υποκείμενο-Ρήμα – Αντικείμενο), στερεότυπες φράσεις, μικρές φράσεις.

Επίσης υπάρχουν διαταραχές στον τομέα της μορφολογίας, όπως παραλείψεις άρθρων, συνδέσμων, προθέσεων και λανθασμένη χρήση καταλήξεων. Οι φράσεις του δεν έχουν το σωστό χρόνο, είναι σχεδόν πάντα στον ενεστώτα και γενικά υπάρχει άτακτη τοποθέτηση μερικών λέξεων μέσα στην πρόταση («έχω δύο γιαγιές», «χτες τρώμε στη νονά», «τα παιδιά χόρεψε», «ο λύκος ήταν μαύρο»).

Πως αισθάνεται κάποιος που έχει Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης;

Το άτομο με Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης εξαιτίας της πολυπλοκότητα της ίδιας της διαταραχής αλλά και ενδεχομένως εξαιτίας της μη αποτελεσματικής παρέμβασης, αντιμετωπίζει επιπτώσεις στο οικογενειακό, το σχολικό-ακαδημαϊκό αλλά και  το κοινωνικό πλαίσιο. Ακόμη, πολλά από αυτά τα παιδιά που έχουν αυτή τη διαταραχή μπορεί να έχουν ενταχθεί σε μεγαλύτερες ηλικίες σε θεραπευτικά σχήματα, με κύρια αιτία παραπομπής τους τη μαθησιακή υποεπίδοση και όχι τα γλωσσικά τους ελλείμματα. Επομένως, μπορεί να έχουν υπάρξει αποδέκτες πολλών άσχημων στιγμών – ιδίως στο σχολικό τους περιβάλλον. Κάποια -όχι όλα- έχουν βιώσει προσβολή από τους συμμαθητές τους, ματαίωση από τους γονείς τους και μερικές φορές αμφισβήτηση και από τους εκπαιδευτικούς. Είναι τα παρεξηγημένα παιδιά της τάξης, αυτά που βιώνουν συναισθήματα ανασφάλειας, χαμηλής αυτοεκτίμησης ή έχουν αναπτύξει προκλητική συμπεριφορά, άγχος και κατάθλιψη.

Πως μπορώ να βοηθήσω τον εαυτό μου;

Μπορώ να εξασκούμαι στο να αφηγούμαι ιστορίες με βάση διάφορα γεγονότα που ακούω στις ειδήσεις.

Μπορώ να διευρύνω το λεξιλόγιο μου.

Μπορώ να εξασκούμαι στην οργάνωση των προτάσεων μου.

Μπορώ να απαντώ και να κάνω ερωτήσεις.Μπορώ να επιδιώκω να συμμετέχω σε διαλόγους και συζητήσεις με άλλους.

Μπορώ να ενθαρρύνω τον εαυτό μου για κάθε διόρθωση και βελτίωση που πετυχαίνω στην ομιλία μου.

Πως μπορώ να βοηθήσω έναν δικό μου άνθρωπο που πάσχει από Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης;

Η βοήθεια του ατόμου με Διαταραχή της Γλωσσικής Έκφρασης πρέπει να είναι εξατομικευμένη και να έχει στόχους ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της διαταραχής. Οι γονείς ή τα κοντινά πρόσωπα μπορούν να αποφεύγουν να χρησιμοποιούν σύνθετες προτάσεις και τη μέση φωνή. Ακόμη, μπορούν να  μιλούν αργά και για πράγματα συγκεκριμένα και όχι αφηρημένα. Τέλος, είναι πολύ σημαντικό να αποφεύγουν να το διορθώνουν συνέχεια  αλλά να επιβραβεύουν τις προσπάθειές του ατόμου.

Ιδιαίτερα, τα παιδιά με αυτή τη διαταραχή χρειάζονται ιδιαίτερους χειρισμούς όπως τόνωση της αυτοπεποίθησής τους, υπομονή και ενεργοποίηση των δυνατών τους σημείων γιατί υπάρχουν δραστηριότητες όπου τα παιδιά μπορούν να διακριθούν για το ταλέντο τους: τη μουσική, τα καλλιτεχνικά, τις νέες τεχνολογίες, τη γυμναστική κ.λ.π.

Σε κάθε περίπτωση, άκρως σημαντική είναι η έμφαση στην πρόληψη, στην έγκαιρη διάγνωση από τον λογοθεραπευτή και η εφαρμογή κατάλληλων τεχνικών λογοθεραπείας.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Μουτσινάς Γ. (2015), Μαθητές με Ειδική Γλωσσική Διαταραχή και Διδακτική Παρέμβαση – Κλινικά Χαρακτηριστικά και Θεραπευτικές Προσεγγίσεις, Επιστημονικό Εκπαιδευτικό Περιοδικό «eκπ@ιδευτικός κύκλος», Τόμος 3, Τεύχος 3

American Psychiatric Association, (2012-2013). Διαγνωστικά Κριτήρια από DSM-V (Κ. Γκοτζαμάνης, Μετάφ.) Αθήνα: Λίτσας

Bishop D.V.M. (2001), Genetic and environmental risks for specific language impairment in children. Philosophical Transactions of the Royal Society, Series B.;356:369–380.

Bishop D.V.M. (2002) The role of genes in the etiology of specific language impairment. Journal of Communication Disorders ;35:311–328.

Ervin M. (2001), SLI: What We Know and Why It Matters, The ASHA Leader, Vol. 6, 4-31.

World Health Organization, (2011). ICD-10: Ταξινόμηση Ψυχικών Διαταραχών και διαταραχών Συμπεριφοράς (Κ. Στεφάνης, Κ. Σολδάτος, Β. Μαυρέας, Μετάφ.) Αθήνα: Βήτα

What do you think?

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Ψtalk: ”Δε πάω σε ψυχολόγο, υπάρχουν πιο σοβαρά προβλήματα από τα δικά μου”.

«Όχι»…Λυτρωτική λέξη!