in ,

Απώλεια, Πένθος, Θρήνος και τρόποι αντιμετώπισης σε παιδιά και εφήβους.


Η απώλεια είναι ένα κομμάτι όλων των ανθρώπων που δεν μπορούμε να το αποφύγουμε, μπορούμε όμως να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε την κατάσταση αυτή χωρίς να χανόμαστε μέσα σε αυτή. Απώλεια είναι είτε το να χάσει κάποιος κάτι (αντικείμενο ή αίσθηση) είτε ο θάνατος ενός συγγενικού ή ενός σημαντικού για εμάς ανθρώπου γενικότερα. Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούμε στην δεύτερη περίπτωση, δηλαδή στην απώλεια ως θάνατο ενός συγγενικού ή σημαντικού για εμάς προσώπου και ειδικότερα στα παιδιά και στους εφήβους και πώς αυτοί μπορεί να την εκφράσουν και να την αντιμετωπίσουν.

Με την απώλεια συνδέονται πολύ στενά οι έννοιες του πένθους και του θρήνου. Το πένθος είναι μία κατάσταση στην οποία εισέρχεται το άτομο που βιώνει ή έχει βιώσει την απώλεια, ενώ ο θρήνος είναι η πρωταρχική συγκινησιακή αντίδραση, η οποία έπεται της απώλειας και είναι έμφυτη και φυσιολογική. Η ανωτέρω αντίδραση είναι διαφορετική ανάμεσα στους διάφορους πολιτισμούς και μπορεί να πάρει τις εξής μορφές εκδήλωσης:

1) συναισθηματική μορφή (π.χ. μοναξιά, ανηδονία, ενοχή, άγχος, απελπισία, κατάθλιψη κ.α.)

2) κοινωνική, συμπεριφορική μορφή (π.χ. κοινωνική απομόνωση, κλάμα, κόπωση, ανησυχία κ.α.)

3) σωματική μορφή (π.χ. ευαλωτότητα στις ασθένειες, εξάντληση, μείωση ενεργητικότητας, διαταραχές ύπνου, ανορεξία κ.α.)

4) γνωστική μορφή (διαταραχές μνήμης και δυσκολία συγκέντρωσης, απελπισία, αυτοκριτική, μειωμένη αυτοεκτίμηση, νοητική δυσκολία προσαρμογής στην απώλεια κ.α.).

Το άτομο μέχρι να αποδεχθεί το θάνατο ενός σημαντικού γι’ αυτό προσώπου και να συμβιβαστεί με αυτόν περνάει από ορισμένα στάδια ή φάσεις, τα οποία όμως δεν είναι καθολικά. Τα άτομα κατά τη διεργασία αυτή του πένθους παρουσιάζουν διατομικές διαφορές τόσο ως προς τη σειρά με την οποία διέρχονται από τα στάδια αυτά όσο και ως προς την ένταση. Σύμφωνα με την Kubler – Ross (1969) τα στάδια αυτά είναι τα εξής:

α) άρνηση

β) θυμός

γ) συμφωνία

δ) κατάθλιψη

ε) αποδοχή.

Παρ’ όλα αυτά, τα στάδια αυτά δεν αναφέρονται σε αντιδράσεις που ως προς τη χρονική τους διάρκεια και τη συναισθηματική τους ένταση διαφέρουν και αποκλίνουν από τις παραπάνω ‘’φυσιολογικές’’. Τέτοιες αντιδράσεις είναι ο ετεροχρονισμένος ή ανεκδήλωτος θρήνος, ο χρόνιος θρήνος κ.α., θεωρούνται παθολογικές και συνιστούν τον επονομαζόμενο περιπλεγμένο θρήνο.

Η διαδικασία του θρήνου και εν τέλη η προσαρμογή στην απώλεια διαφέρει μεταξύ παιδιών και ενηλίκων. Ο θρήνος δεν αποτελεί μια ενιαία και αδιαφοροποίητη ενότητα, αλλά περιλαμβάνει επιμέρους διεργασίες, η επεξεργασία των οποίων δεν ακολουθεί μια προκαθορισμένη πορεία. Αντίθετα, μάλιστα, το παιδί μπορεί να επανέλθει και να επανεπεξεργαστεί κάποια ή κάποιες από τις διεργασίες αυτές. Στο σημείο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι οι διεργασίες του θρήνου στα παιδιά δεν μπορούν να κατανοηθούν ανεξάρτητα από τη γνωστική, συναισθηματική και κοινωνική τους ανάπτυξη. Τα θέματα που αφορούν τα παιδιά που πενθούν ομαδοποιούνται σε τέσσερις διεργασίες, οι οποίες όπως περιγράφονται από τον Worden (2002) είναι οι ακόλουθες:

α) Αποδοχή της πραγματικότητας της απώλειας

β) Οι συναισθηματικές πτυχές τις απώλειας

γ) Προσαρμογή σε ένα περιβάλλον από το οποίο λείπει ο νεκρός

δ) Επανατοποθέτηση του νεκρού και εξεύρεση τρόπων για να θυμάται το νεκρό. Ουσιαστικά, μέσα από αυτές τις διεργασίες το παιδί καλείται να επεξεργαστεί και να κατανοήσει-με βάση το επίπεδο της γνωστικής του ανάπτυξης-τα δομικά στοιχεία της έννοιας του θανάτου. Δηλαδή, την καθολικότητα, τη μη αναστρεψιμότητα, τη μη λειτουργικότητα, την αιτιότητα και την ύπαρξη μη σωματικής συνέχεια (noncorporeal continuation).

Σημαντικό θα ήταν στο σημείο αυτό να αναφέρουμε το πώς γίνονται αντιληπτά τα δομικά στοιχεία της έννοιας του θανάτου με βάση την ηλικία και το επίπεδο της γνωστικής ανάπτυξης του ατόμου (Bush and Kimble, 2001). Πιο συγκεκριμένα:

α) Στην ηλικία κάτω των δύο ετών το παιδί δεν κατανοεί πλήρως την έννοια του θανάτου παρ’ όλα αυτά βιώνει μία αίσθηση αποχωρισμού, απώλειας και εγκατάλειψης.

Β) Στις ηλικίες 2 έως 6 ετών αντιλαμβάνονται τον θάνατο ως αναστρέψιμο και παροδικό και ταυτόχρονα εκδηλώνουν μία ‘’μαγική σκέψη’’.

γ) Στις ηλικίες 6 έως 9 ετών υπάρχει σταδιακή κατανόηση της μονιμότητας του θανάτου, υπάρχει κάποιο είδος ‘’μαγικής σκέψης’’, προσωποποιείται ο θάνατος και εκδηλώνουν ενδιαφέρον για τις αιτίες του θανάτου.

δ) Στις ηλικίες 9 έως 12 ετών το παιδί αντιλαμβάνεται και κατανοεί γνωστικά την έννοια του θανάτου και ότι δεν είναι μια αναστρέψιμη κατάσταση, εκδηλώνει περιέργεια για τις βιολογικές αιτίες, τις ψυχοκοινωνικές διαδικασίες και τις μεταφυσικές του διαστάσεις. Ωστόσο, υπάρχει δυσκολία στο να αποδεχθούν τον θάνατο σημαντικών προσώπων

ε) Στην εφηβεία, αντιλαμβάνονται τον θάνατο ως αμετάκλητο, καθολικό και αναπόφευκτο. Η εμφάνιση της τυπικής/αφαιρετικής σκέψης οδηγεί στην διατύπωση αφηρημένων, φιλοσοφικών κρίσεων για τα θέματα του θανάτου.

Οι συνέπειες για τα παιδιά ή τους εφήβους που βιώνουν την απώλεια ενός συγγενικού ή σημαντικού γι’ αυτά προσώπου συνδέονται και εξαρτώνται και από κάποιους μεσολαβητικούς παράγοντες, όπως είναι η ψυχική ανθεκτικότητα και τα ατομικά χαρακτηριστικά των παιδιών και των εφήβων, ο ρόλος της οικογένειας (π.χ. σχέση του παιδιού με τον νεκρό, ανταπόκριση στο γονεϊκό ρόλο του γονέα), η κοινωνική στήριξη (π.χ. στήριξη από την ομάδα των συνομηλίκων, τελετουργίες γύρω από τον θάνατο) καθώς και το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας (Mullan et al., 2003. Worden, 1996). Αναφέρονται, επίσης, και δύο ακόμη παράγοντες:

1) ο αποκλεισμός από την διαδικασία του κοινωνικού θρήνου

2) οι περιορισμοί (π.χ. γνωστική ανάπτυξη) που υπάρχουν στη διαχείριση και στην κατανόηση μια τόσο οδυνηρής κατάστασης, όσο είναι ο θάνατος (Geschwer, 1996).

 ΤΡΟΠΟΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ

 Τα παιδιά και οι έφηβοι έχουν ανάγκη να μιλούν για τα τραυματικά γεγονότα στην ζωή τους. Θέλουν να μπορούν να μιλούν για τις ανησυχίες και τους φόβους τους. Σε αντίθετη περίπτωση, θα δημιουργηθεί επικοινωνιακό κενό μεταξύ των γονιών και των παιδιών το οποίο αντιδρά αρνητικά στην ψυχική υγεία του παιδιού και του εφήβου. Τόσο οι γονείς όσο και όλοι όσοι έρχονται σε επαφή με το παιδί ή τον έφηβο δεν πρέπει να υποθέτουν πως μιλώντας με τα παιδιά και τους εφήβους για αρνητικά γεγονότα τα παιδιά και οι έφηβοι θα τραυματιστούν ψυχικά ή θα αναστατωθούν, αρκεί φυσικά να χρησιμοποιούμε την κατάλληλη γλώσσα και παραδείγματα σύμφωνα με την ηλικία του παιδιού και του εφήβου. Τόσο οι γονείς όσο και όλοι όσοι βρίσκονται στον στενό περίγυρο των παιδιών και εφήβων που έχουν έρθει σε επαφή με μία απώλεια ενός συγγενικού ή σημαντικού γι’ αυτά προσώπου μπορούν να τα βοηθήσουν στην αντιμετώπιση αυτής της δύσκολης κατάστασης και στο να συμβιβαστούν με την ύπαρξη αυτής με τους εξής τρόπους:

1) Ενημερώνοντάς τα έγκαιρα, αξιόπιστα και με απλά λόγια για το γεγονός

2) Ενθαρρύνοντας τα να εκφράσουν τα συναισθήματά τους

3) Διευκολύνοντάς τα να διατηρήσουν την ανάμνηση του προσώπου που πέθανε

4) Ενισχύοντας την συμμετοχή τους στο οικογενειακό πένθος

5) Εξασφαλίζοντας τη συνέχεια και την σταθερότητα στις συνθήκες ζωής τους

6) Παρέχοντας υποστήριξη σε σταθερή βάση καθώς και με πολλούς άλλους τρόπους.

Επιπλέον, πέρα από το οικογενειακό περιβάλλον και τους ανθρώπους που έχουν στενή επαφή με τα παιδιά και τους εφήβους που έχουν βιώσει κάποια απώλεια, μπορούν και οι εκπαιδευτικοί είτε των σχολείων στα οποία φοιτούν είτε των φροντιστηρίων να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της δύσκολης αυτής κατάστασης που βιώνουν τα παιδιά και οι έφηβοι, ώστε να βοηθήσουν κυρίων τα ίδια τα παιδιά και τους εφήβους, αλλά και τις οικογένειές τους. Ειδικότερα, οι εκπαιδευτικοί, μπορούν μέσα στο πλαίσιο του σχολείου να συμβάλουν, ώστε τα παιδιά/έφηβοι να:

α) κατανοήσουν το γεγονός του θανάτου και τις αλλαγές που θα επέλθουν στη δική τους ζωή λόγω αυτού, μιλώντας με τρόπο σαφή και ειλικρινή για τον θάνατο, δείχνοντας διαθεσιμότητα και προθυμία να απαντήσουν σε τυχόν σχετικές ερωτήσεις και παρέχοντας στο παιδί/έφηβο την απαιτούμενη αίσθηση ασφάλειας

β) έλθουν σε επαφή με τα συναισθήματα του πόνου, θυμού και φόβου για το μέλλον. Η διαμόρφωση ενός κλίματος ελευθερίας και αποδοχής στο σχολικό περιβάλλον, το οποίο επιτρέπει στο μαθητή να εκφράσει τα συναισθήματά του χωρίς να φοβάται ότι θα επικριθεί γι’ αυτά, διευκολύνει τη διαδικασία του θρήνου

γ) δημιουργήσουν μια εσωτερική, συμβολική επαφή με τον άνθρωπο που πέθανε και να τον διατηρήσουν στη μνήμη τους. Μπορεί το σχολείο (ειδικά στην περίπτωση που αυτό παρεμποδίζεται από το οικογενειακό περιβάλλον αλλά και γενικότερα) να ενθαρρύνει τους μαθητές να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους και να τους βοηθάει να κατανοήσουν ότι είναι αποδεκτό να αναφέρονται και να μιλάνε για τον άνθρωπο που πέθανε

δ) συνεχίσουν τη ζωή τους και να επενδύσουν σε νέες σχέσεις χωρίς να αισθάνονται ενοχή, γιατί προδίδουν το άτομο που πέθανε. Ο εκπαιδευτικός στη φάση αυτή μπορεί να προτρέπει τους μαθητές να συμμετέχουν σε δραστηριότητες και εκδηλώσεις, ενισχύοντας θετικά την συμμετοχή τους και μεταδίδοντας λεκτικά ή/και εξωλεκτικά το μήνυμα ότι είναι αποδεκτά και ότι δικαιούνται να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Βέβαια, στο σημείο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι ο εκπαιδευτικός προκειμένου να βοηθήσει τους μαθητές του που πενθούν μπορεί-μεταξύ άλλων-να ζητήσει υποστήριξη από σχετικές δομές και να επιδιώξει την επικοινωνία μεταξύ σχολείου και οικογένειας, δεδομένου ότι ο ρόλος του ίδιου ή/και της σχολικής κοινότητας στην ανακούφιση των μαθητών είναι ουσιαστικός μεν, συμπληρωματικός δε.

Συντάκτρια: Χατζάρα Μαρία, Απόφοιτη Τμήματος Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Φοιτήτρια Μεταπτυχιακών Σπουδών πάνω στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Νεάπολης Πάφου (MSc in Educational Psychology in Neapolis University Pafos NUP).

Βιβλιογραφία:

el.wiktionary.org/wiki/απώλεια

Κοινωνική και Συναισθηματική Αγωγή στο Σχολείο, Πρόγραμμα για την προαγωγή της ψυχικής υγείας και της μάθησης στη σχολική κοινότητα, Επιστημονική Επιμέλεια: Χρυσή Γ. Χατζηχρήστου, Εκπαιδευτικό Υλικό ΙΙ Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’ Δημοτικού, Ενότητα 10 Σχολείο και Οικογένεια.

Bush, T., and Kimble, C.S. (2001). Grieving children: Are we meeting the challenge? Pediatric Nursing, 27(4), 415.

Geschwer, S. (1996). Childhood bereavement: A conspiracy of silence. In R.G. Stevenson and E. P. Stevenson (Eds.) Teaching students about death (pp. 9-22). Philadelphia: The Charles Press, Publishers.

Kubler-Ross, E. (1969). On death and dying. New York, NY: Macmillan.

Mullan, J. T., Skaff, M. M., and Pearling, L. I. (2003). The bereavement process: Loss, grief, and resolution. In I. Corless, B. B. Germino and M. A. Pittman (Eds.), Dying, death, and bereavement (2nd ed., pp. 225-246). New York, NY: Springler Publishing.

Worden, W. (2002). Grief counseling and grief therapy: A hand book for the mental health practiotioner (3rd ed.) New York, NY: Springler Publishing.

Martin Herbert. (2004), Αντιμετώπιση προβλημάτων παιδιού και εφήβου. Ελληνικά Γράμματα.

Μέριμνα. Εταιρεία και Φροντίδα Παιδιού και Οικογενειών στην Αρρώστια και το Θάνατο. Μέριμνα 2008, δ έκδοση. Το έντυπο αυτό έχει γραφεί από τους ειδικούς του Συμβουλευτικού Κέντρου Δανάη Παπαδάτου, Ειρήνη Μαμαντάκη, Ειρήνη Παπάζογλου, Ελευθερία Ράλλη και Μυρτώ Νίλσεν.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Θάνατος και παιδική ηλικία: Πατήστε εδώ

Απώλεια, πένθος και παιδί: Πατήστε εδώ

What do you think?

71 Points
Upvote Downvote

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Loading…

0

Ψtalk: “Νιώθω πως δεν ανήκω σε αυτόν τον κόσμο. Δεν έχω καμία απολύτως φιλοδοξία”

Πώς η αλληλεπίδραση μαθητή-εκπαιδευτικού επηρεάζει τη σχολική επίδοση;