«Θεραπευτική σχέση»: Ποια είναι η θεραπευτική της ιδιότητα;
ΚοινοποίησηFacebookLinkedIn
«Θεραπευτική σχέση»: Ποια είναι η θεραπευτική της ιδιότητα;

«Θεραπευτική σχέση»: Ποια είναι η θεραπευτική της ιδιότητα;


Η ψυχοθεραπεία αφορά στη συνάντηση ενός ψυχοθεραπευτή με έναν ή και περισσότερους θεραπευμένους με σκοπό την επίλυση ενός προβλήματος ψυχολογικής φύσεως των τελευταίων. Ως εκ τούτου, η διάδραση ανάμεσα στις δύο πλευρές συνιστά ένα κεντρικό κομμάτι της θεραπευτικής διαδικασίας, αφού μέσα από αυτή θα γίνει η καταγραφή του προβλήματος που αντιμετωπίζει ο θεραπευόμενος, θα διατυπωθούν οι στόχοι της θεραπείας και θα αναπτυχθούν οι απαραίτητες στρατηγικές για την επίτευξη των στόχων αυτών. Η φύση της επικοινωνίας ανάμεσα στον ψυχοθεραπευτή και τον/τη θεραπευόμενο/η αναφέρεται συχνά ως «θεραπευτική σχέση» ή «θεραπευτική συμμαχία».

Η έννοια της θεραπευτικής σχέσης είναι ιδιαίτερα σημαντική μέσα στην ψυχοθεραπεία. Θεωρείται δε ένας από τους βασικότερους παράγοντες που συντελούν στην επιτυχή έκβαση μιας ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης. Ήδη από την εποχή του Freud, δόθηκε μεγάλη έμφαση στη σχέση που έχει ο θεραπευτής με τον θεραπευόμενο μέσα στην ψυχαναλυτική διαδικασία, καθώς και τα συναισθήματα που αναπτύσσει η κάθε πλευρά για την άλλη. Στη σχέση, δηλαδή, ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο εμφανίζονται διεργασίες ενδεικτικές των σχέσεων του τελευταίου με σημαντικά πρόσωπα στη ζωή του κατά την πρώιμη παιδική ηλικία και αυτό μπορεί να δώσει σημαντικές πληροφορίες στον θεραπευτή για τους παράγοντες εκείνους που προκάλεσαν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το άτομο στο παρόν.

Ο όρος της θεραπευτικής συμμαχίας διευρύνθηκε πέρα από την ψυχανάλυση το 1979 από τον Edward Bordin ως κύριο συστατικό της θεραπείας ανεξαρτήτως της προσέγγισης που ακολουθεί ο θεραπευτής. Η θεραπευτική συμμαχία κατά τον Bordin στοιχειοθετείται σε τρεις παράγοντες: τον συναισθηματικό δεσμό του θεραπευτή με τον θεραπευόμενο, τη μεταξύ τους συμφωνία για τους στόχους της θεραπείας και τη συμφωνία σχετικά με τις διαδικασίες που θα ακολουθηθούν για την επίτευξη αυτών των στόχων. Ο Bordin, δηλαδή, πίστευε ότι η συνεργασία ανάμεσα στις δύο πλευρές (εξ’ ου και ο όρος συμμαχία) ενισχύει την αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπείας, στην οποία συμβάλλουν εξίσου ο θεραπευτής και ο θεραπευόμενος.

Ο θεωρητικός ο οποίος ίσως έκανε την εκτενέστερη αναφορά για την αξία της θεραπευτικής σχέσης είναι ο Carl Rogers, ο ιδρυτής της προσωποκεντρικής προσέγγισης. Σύμφωνα με τον Rogers, η θεραπευτική σχέση αρκεί από μόνη της για να επιτευχθεί η θεραπευτική αλλαγή και συνίσταται σε τρεις «ικανούς και αναγκαίους όρους», όπως τους ονόμαζε, από πλευράς του θεραπευτή:

1. Ενσυναίσθηση: Η ενσυναίσθηση αναφέρεται στην ικανότητα του θεραπευτή να κατανοεί τα συναισθήματα και τις σκέψεις του θεραπευόμενου και να τα αντανακλά σε αυτόν. Κάποιοι κάνουν λόγο γι’ αυτή ως κάτι το έμφυτο, μια ικανότητα που έχει ο κάθε άνθρωπος να μπαίνει στη θέση ενός άλλου ατόμου, ενώ άλλοι αναφέρονται σε αυτή ως μια δεξιότητα η οποία μπορεί να καλλιεργηθεί με την πάροδο του χρόνου μέσω της χρήσης κατάλληλων τεχνικών. Αυτό που είναι σημαντικό στη θεραπεία είναι ο θεραπευτής να κατανοεί τον εσωτερικό κόσμο του θεραπευόμενου χωρίς να κυριευτεί από αυτόν, αλλά να μπορεί να επικοινωνεί την κατανόηση αυτή σε εκείνον και να προτείνει εναλλακτικές θεωρήσεις της πραγματικότητας.

2. Αυθεντικότητα: Η αυθεντικότητα αναφέρεται στην ικανότητα του θεραπευτή να έχει επίγνωση του εσωτερικού του κόσμου και να μπορεί να τον επικοινωνεί με γνησιότητα στον θεραπευόμενο. Ο θεραπευτής, δηλαδή, πρέπει να είναι παρών στη θεραπευτική συνθήκη και ειλικρινής ως προς τις σκέψεις και τα συναισθήματά του.

3. Άνευ όρων αποδοχή: Πρόκειται για την πλήρη αποδοχή του θεραπευόμενου και της εμπειρίας του, χωρίς αυτή να βασίζεται σε αξιολογικούς όρους. Ο Rogers υποστηρίζει ότι μεγαλώνοντας μαθαίνουμε ότι οι άλλοι μας αγαπούν εφόσον πληρούμε ορισμένους «όρους» (π.χ. «Είσαι καλό παιδί μόνο αν κάνεις τα μαθήματά σου»). Αυτοί οι αξιολογικοί όροι μάς συντροφεύουν στην ενήλικη ζωή και θεωρούμε ότι πρέπει να ανταποκριθούμε σε πολύ συγκεκριμένα κριτήρια προκειμένου να μας αποδεχτούν οι γύρω μας. Ο θεραπευτής, λοιπόν, που επιδεικνύει άνευ όρων αποδοχή, αποδέχεται το άτομο που έχει απέναντί του όπως ακριβώς είναι, με στόχο ο θεραπευόμενος να εσωτερικεύσει αυτή την αποδοχή, να ενισχυθεί η αυτοεκτίμησή του και να ζει πιο αυθεντικά.

Διάβασε επίσης:

Θεραπευτική σχέση: Μεταβίβαση και Αντιμεταβίβαση.

Γίνεται, λοιπόν, σαφές πόση μεγάλη αξία έχει δοθεί και συνεχίζει να δίνεται από διάφορους θεωρητικούς του χώρου της ψυχολογίας στη δημιουργία μιας ισχυρής θεραπευτικής σχέσης και στο θεραπευτικό χαρακτήρα που ενέχει. Παρ’ όλα αυτά, το παράδοξο είναι ότι ερευνητικά δεν είναι ακόμα κατανοητός ο ακριβής τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ως μηχανισμός αλλαγής και βοηθάει στην επίτευξη των στόχων της θεραπείας. Ωστόσο, έχει νόημα να εξερευνήσουμε ορισμένες απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με τα οφέλη της σχέσης με τον ψυχοθεραπευτή τόσο από ειδικούς ψυχικής υγείας όσο και από τα ίδια τα άτομα που απευθύνθηκαν σε κάποιον ψυχοθεραπευτή. Πέραν από τους παράγοντες του Rogers, ένα ιδιαίτερα θεραπευτικό στοιχείο της θεραπευτικής σχέσης είναι η δυνατότητα που δίνει στο άτομο που αναζητά βοήθεια να εξερευνήσει και να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, καθώς και να συζητήσει τις εμπειρίες του υπό διαφορετικές οπτικές. Αυτό, λοιπόν, μπορεί να βοηθήσει στην εξεύρεση των κατάλληλων λύσεων για τα προβλήματά του.

Μια άλλη οπτική θέλει τον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο να είναι «συνταξιδιώτες» στα προβλήματα, καθώς καμία από τις δύο πλευρές δεν μένει αλώβητη από τις δυσκολίες της ζωής και η ανταλλαγή εμπειριών μπορεί να αποβεί ωφέλιμη και για τους δύο.

Πολλοί θεραπευτές δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο «εδώ και τώρα» της ψυχοθεραπείας, τα συμβάντα, δηλαδή, που λαμβάνουν χώρα μέσα στη θεραπευτική συνθήκη. Ο Irvin Yalom περιγράφει τη θεραπεία ως έναν «κοινωνικό μικρόκοσμο» με την έννοια ότι τα προβλήματα διαπροσωπικής φύσης του θεραπευόμενου θα αποτυπωθούν στη σχέση του με τον θεραπευτή στο παρόν και ο τρόπος με τον οποίον εκείνος θα αποκριθεί είναι κρίσιμος. Η θεραπευτική σχέση, με άλλα λόγια, δύναται να αποτελέσει ένα πρότυπο πάνω στο οποίο θα επουλωθούν οι ψυχικές πληγές του ατόμου.

Από την πλευρά των ατόμων που αναζητούν ψυχοθεραπεία συχνά διατυπώνεται η ανάγκη ο θεραπευτής τους να είναι ζεστός, υποστηρικτικός, να τους κάνει να νιώθουν ξεχωριστά και σημαντικά, να δείχνει κατανόηση και ενδιαφέρον ακούγοντας τα σχόλια του ατόμου και παρεμβαίνοντας με τη δική του γνώμη, όπου κρίνει ότι είναι απαραίτητο. Επιπλέον, αποζητούν την επικύρωση της εμπειρίας τους και την έκφραση της ειλικρινούς άποψης του θεραπευτή τους για τα βιώματά τους. Ο θεραπευτής θα πρέπει να μπορεί να αποδεχτεί το άτομο που έχει απέναντί του ως μια ολότητα, με επιμέρους ταυτότητες και χαρακτηριστικά, χωρίς να στιγματίζει τα προβλήματα ψυχικής υγείας του και χωρίς να το αντιμετωπίζει ως μια διαγνωστική ταμπέλα, αλλά γνωρίζοντάς το σε βάθος. Όλα αυτά, φυσικά, προϋποθέτουν ότι ο θεραπευτής θα αφιερώσει τον απαιτούμενο χρόνο και ενέργεια για να μπορέσει να χτίσει μια τέτοιου είδους σχέση εμπιστοσύνης.

Οι άνθρωποι είμαστε όντα κοινωνικά. Ήδη από τη γέννησή μας, καλούμαστε να αλληλεπιδράσουμε με το οικογενειακό μας πλαίσιο και οι σχέσεις μας με άλλα άτομα διευρύνονται όλο και περισσότερο με την πάροδο του χρόνου. Εάν, λοιπόν, κάποιες από τις ψυχικές μας δυσκολίες δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο των σχέσεων που αναπτύξαμε μεγαλώνοντας, γιατί να μην είναι ακόμη μια σχέση αυτή που θα επουλώσει τα ψυχικά μας τραύματα;

Βιβλιογραφία

Asher, H. (2020, December 16). The importance of the therapeutic or Working Alliance. Darach Social Croft.

Baier, A. L., Kline, A. C., & Feeny, N. C. (2020). Therapeutic alliance as a mediator of change: A systematic review and evaluation of research. Clinical Psychology Review.

Bordin, E. S. (1979). The generalizability of the psychoanalytic concept of the Working Alliance. Psychotherapy: Theory, Research & Practice.

Carey, T. A., Kelly, R. E., Mansell, W., & Tai, S. J. (2012). What’s therapeutic about the therapeutic relationship? A hypothesis for practice informed by Perceptual Control Theory. The Cognitive Behaviour Therapist.

McLeod, J. (2005). Εισαγωγή στη Συμβουλευτική (Α. Κεχαγιά-Παύλου, Επιμ., Δ. Καραθάνου & Α. Μαρκαντώνη, Μετ.). Μεταίχμιο.

Rogers, C. (2006). Ένας τρόπος να υπάρχουμε (Κ. Τσιάγκα, Επιμ., Μ. Τσούμαρη, Μετ.). Ερευνητές.

Shattell, M. M., Starr, S. S., & Thomas, S. P. (2007). “Take my hand, help me out:” Mental Health Service recipients’ experience of the therapeutic relationship. International Journal of Mental Health Nursing.

Yalom, I. D. (2017). The gift of therapy: An open letter to a new generation of therapists and their patients. Harper Perennial.

Μαλικιώση-Λοΐζου, Μ. (2017). Συμβουλευτική Ψυχολογία. Πεδίο.

Οι εικόνες ανακτήθηκαν από www.freepik.com
Φωτογραφία εξωφύλλου: Image by pikisuperstar on Freepik
Φωτογραφίες κειμένου: Image by DCStudio on Freepik
Image by shurkin_son on Freepik


Διάβασε επίσης:

Ψtalk: “Θέλω να ξεκινήσω ψυχοθεραπεία αλλά δε βρίσκω τη δύναμη”

ΚοινοποίησηFacebookLinkedIn

Archives

Categories